Ράπτες - Εμπορορράφτες και μοδίστρες της παλιάς Τρίπολης (pics)

Time to read
less than
1 minute
Read so far

Ράπτες - Εμπορορράφτες και μοδίστρες της παλιάς Τρίπολης (pics)

Μάρτιος 15, 2016 - 11:10
1 σχόλια

1800-1980

Το επάγγελµα του ράφτη γνώρισε µεγάλη άνθηση από τα µέσα του 19ου µέχρι τα µέσα του 20ου αιώνα στην Τρίπολη, αφού η οικονοµική ανάπτυξη προώθησε αλλαγές στα ενδυµατολογικά πρότυπα και επέτρεψε την οικονοµική άνεση για παραγγελίες ενδυµάτων σε εξειδικευµένους τεχνίτες. Από τις αρχές περίπου του 20ού αιώνα οι «δυτικές» ενδυµασίες κυριάρχησαν. Οι νέοι ράφτες µάθαιναν την τέχνη ως βοηθοί κάποιου µάστορα και στη συνέχεια ή συνεταιρίζονταν µε το «µάστορά τους», ή άνοιγαν το δικό τους µαγαζί. Τα υφάσµατα πωλούνταν µε το µέτρο.

Συνήθως οι πελάτες έφερναν στο ράφτη τα υφάσµατα που αγόραζαν από τα υφασµατοπωλεία, σύµφωνα µε τις δικές τους επιλογές. Πολλές φορές όµως, οι ράφτες συνόδευαν τους πελάτες τους στα υφασµατοπωλεία, µετά από δική τους επιµονή, για να τους βοηθήσουν στην επιλογή του υφάσµατος. Πέρα από ένα καλό ποιοτικά ύφασµα, σηµαντική ήταν η επιλογή των χρωµάτων και των σχεδίων, ανάλογα µε τη σωµατική διάπλαση του εκάστοτε πελάτη. Η δουλειά του ράφτη είναι να καλύψει τις ατέλειες του σώµατος. Σε γενικές γραµµές, αν κάποιος ήταν εύσωµος του πρότειναν πιο σκούρα χρώµατα, ενώ σε κάποιον κοντό συµβούλευαν να επιλέξει ριγέ σχέδια. Όταν υπήρχαν διαφωνίες µεταξύ υφασµατοπωλών και ραφτών, οι πελάτες συντάσσονταν συνήθως µε τη γνώµη του ράφτη. Τα ρούχα ράβονταν «πάνω στο σώµα» του κάθε πελάτη. Οι ράφτες ήταν πάντα ενηµερωµένοι για τις εξελίξεις της µόδας, αφού κάθε χρόνο παρήγγειλαν τα σχετικά «φιγουρίνια» (περιοδικά ένδυσης) από την Αθήνα.

Ένας ράφτης, όπως και σήµερα, ράβει και επιδιορθώνει ρούχα. Το ράψιµο γίνεται κατά παραγγελία. Μπορεί να φτιάξει όλων των ειδών τα ρούχα, για άνδρες ή για γυναίκες. Αρµοδιότητες του ράφτη είναι και η µέτρηση και η καταγραφή των αναλογιών του πελάτη, η σχεδίαση του ρούχου πάνω στο ύφασµα, το κόψιµο του υφάσµατος, η ραφή του υφάσµατος, η πρόβα του ρούχου στον πελάτη, το στένεµα, το κόντεµα, το µοντάρισµα, η αλλαγή φερµουάρ, και η µεταποίηση ρούχων. Η εργασίες αυτές εκτελούνται στο ραφείο ή στο σπίτι. Ένας ράφτης µπορεί επίσης να εργαστεί ως ελεύθερος επαγγελµατίας, σε ραφείο ή σε βιοτεχνία. Ψαλίδια, υφάσµατα, σίδερο, µεζούρα, ραπτοµηχανή, µολύβια, καρφίτσες, κουµπιά, φερµουάρ, και χάρακες είναι κάποια από τα απαραίτητα υλικά- εργαλεία που χρησιµοποιούν οι ράφτες.

Γνωστοί ράπτες τέλη 19ου αιώνα µε αρχές 20ού αιώνα στην Τρίπολη ήταν οι Γ. Αγγελόπουλος, Ν. Αναγνωστόπουλος, Ν. Αναστασόπουλος, Αντωνάκου - Καρακάση, Β. Βασιλακόπουλος, Αφοί Βρακέλου, Γ. Γαλανόπουλος, Σ. Γεωργακόπουλος, Ι. Γαλανόπουλος, Γ. Γεωργακόπουλος, οι Γεωργακόπουλος και Καρακάσης, Η. Γεωργίου, Γεωργακόπουλου- Κ. Πετρινού, Ι. Κατσίκας, Χ. Κάππος, Η. Κάππος, Χ. Καψιµέλης, Ε. Κουρόπουλος, Γ. Καραχάλιος,  Φ. Λύκος, Σ. Μαµάκος και Αφοί, Β. Μαντζαρά, Γ. Μαυρούλης, Κ. Πασιά, Κ. Πετρινός, Α. Πριόβολος, Γ. Πρίνος, Σ. ∆. Ρούνης, Α. Σιούντρη, Κ. Σταυρόπουλος, Κ. Τζουβελόπουλος, ∆. Τσιουµπρή, Χ. Χαριτόπουλο, Φ. Χ. Χριστόπουλος ή Αλεξίου και Ι. Χατζηκωνσταντίνου.

Οι ράπτες άρχισαν να αυξάνονται και να γίνονται πολλοί και ήρθε η ώρα να δηµιουργηθεί ένα σωµατείο. Στις 21 Μαΐου 1909 στο ξωκλήσι του Αγίου Νικολάου µετά τον εκκλησιασµό της εορτής του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης συνέταξαν το πρώτο καταστατικό του νέου συλλόγου µε την επωνυµία «Σύλλογος των Ραπτών Τριπόλεως» µε πρώτο πρόεδρο τον Γ. Θεοδωρόπουλο και αντιπρόεδρο τον Α. Μαλλιάγκα. Ο σύλλογος είχε σκοπό την αλληλοβοήθεια και την συνεργασία µεταξύ των µελών. Από τα πρώτα µέλη του συλλόγου βλέπουµε να είναι οι Γ. Νικολάου, Σ. Βρακέλος, Στυλ. Βογιατζής που το είχε στην στοά Αθανασιάδη, οι Καραµπέτσος και Θεοδωρόπουλος ή Μουλαγανής, ο Κ. Σκλήρης, Κ. Αναστόπουλος, Λυκ. Γαλανόπουλος, Ι. Μαλλιάγκας, Γεωρ. Βεντούλης, Αναστ. Λαµπρινόπουλος, ∆ηµήτριος Λαµπρινόπουλος, Σπ. Λαλιώτης και Σωτήρος Σωτηρόπουλος στην οδό Πλαπούτα.

Τη δεκαετία του 1920 βλέπουµε να εµφανίζονται νέοι ράπτες όπως οι Σωτ. Βογιατζής,  Διακόπουλος, Στ. Γκέκας, Θ. Κοκώνης, Χαρ. Χ. Μαρκόπουλος, Πλάτων Μαλλιάγκας και µετέπειτα ο γιος του ∆ηµήτρης στην στοά Αθανασιάδη, Ν. Γεωργίου, Ασηµακόπουλος, Β. Πράπας που το είχε στο σηµερινό µαγαζί οπτικών Μπιλιώνη στην οδό Ανακτόρων, ο Βρανανάς, ο Ευάγ. Μποντάίτης στην οδό 28ης Οκτωβρίου πριν το φαρµακείο Νταίφώτη, ο ∆ιον. Βαλαχάς, Σωτ. Γεωργακόπουλος που το είχε εκεί που είναι το κτήριο του Φιλοτεχνικού Συλλόγου, Αντ. Λαµπρόπουλος,  Γ. Μάίδης,  Νίκος Σαββόπουλος µετά την Πάνω Αγορά αριστερά, ο Αθ. Ρούσος, Ι. Πρίνος , Σωτ. Πετρόπουλος ή Καµπουράκος στην οδό Ταξιαρχών, Αφοί Καλιάτση, Σωτ. Λαλιώτης, ο Ιωάννης ∆ελής στην οδό Κύπρου κάτω από τον Άγιο Βασίλειο το πρώτο µαγαζί, στην οδό ;; υπήρχαν οι ράφτες ο ∆. Κατσίνης στο Φιλοτεχνικό Σύλλογο απέναντι, ο Χαρ. Τρητσίνης, ο Ν. Θεοδωρόπουλος ή Μουλαγανής δίπλα από το κτήριο που είναι ο Φιλοτεχνικός Σύλλογος, και οι Αθ. ∆άµης µαζί µε τον Αντ. Λαζαρόπουλο στην γωνία Αγίου Αθανασίου ( Εθνοµαρτύρων ) και Φωτάκου απέναντι και διαγώνια από την Νοµαρχία.

Ο Αθ. ∆άµης ήταν µεγάλος ράπτης µε εκπαίδευση στο Παρίσι. Έπειτα ο Αθ. ∆άµης χώρισε µε τον Αντ. Λαζαρόπουλο και πήγε γωνία της οδού Ανακτόρων ( Κωνσταντίνου ΙΒ ) και Κένεντι. Έπειτα πήγε πάνω από το φαρµακείο της Βασιλικής Φράγκου, Πλατεία Αγίου Βασιλείου στο 1ο όροφο ,στην είσοδο κρέµαγε υφάσµατα µε πρόκες για ντεκόρ, στη συνέχεια µεταφέρθηκε στην γωνία οδός Ανακτόρων και Κένεντυ στο σηµερινό εµπορικό του Κωνσταντόπουλου, ,όπου είχε µαγαζί στο ισόγειο και στον πρώτο όροφο είχε το εργαστήριο µε τους ράφτες.Τελευταία πήγε δίπλα στο φαρµακείο του Σεχιώτη στην οδό Αγίας Βαρβάρας (29ης Οκτωβρίου).

Τα υλικά τα αγόραζαν από τους Αφούς Σωτήρη και Σοφιανό Μαµάκο στην οδό Ανακτόρων στο µέρος που είναι τώρα το µαγαζί «Μπένετον».Στο πίσω µέρος του µαγαζιού ήταν το εργαστήριο που το διεύθυνε ο αδερφός τους ο Χαράλαµπος Μαµάκος και υπήρχαν ράφτρες και έπαιρναν παραγγελίες. Στου Μαµάκου το εργαστήριο δούλευε ένα πολύ καλός µάστορας µε το παρατσούκλι ο Κωνσταντινοπολίτης που αργότερα άνοιξε δικό του ραφείο το «26’» στην Πλατεία Κολοκοτρώνη εκεί που είναι τώρα το ξενοδοχείο Σεµίραµις.

Την δεκαετία του 1930 βλέπουµε τους Γ. Ψύχα στην οδό Αγίας Βαρβάρας, Κ. Σαλτάρη, Χ. Ζαρακοβίτη, Ιωάννη Τσεµπερόπουλο µε τον γαµπρό του Θ. Αντωνιάδη γωνία οδού Ανακτόρων µε ∆εληγιάννη, Σταύρο Κωτσιόπουλο , Ν. ∆ιαµαντόπουλο ή Ξαπέζα µαζί µε το Σταύρο Αναστασόπουλο στην οδό Κύπρου εκεί που είναι το παντοπωλείο του Κανέλλη και µετά άνοιξε µε τον ∆ηµήτρη Καραγιαννόπουλο στην οδό Κύπρου απέναντι από τον κινηµατογράφο Αρίων, οι Κ. Καστραντάς και Χ. Παναγιωτόπουλος απέναντι από το ∆ηµαρχείο και στην οδό Κύπρου 3, ο Σπ. Λυµπερόπουλος, ο Θ. Βοβός, ο Κ. Μαλλιάγκας στην οδό Μαινάλου κοντά στην αρχή εκεί που είναι το µπακάλικο του Μύγγινα, ο Ν. Ζελιώτης, ο Αλ. Θεοδωρόπουλος, ο ∆. Φωτόπουλος στο στενό του Αγίου Βασιλείου στην οδό Σ. Τσακοπούλου στην αριστερή µεριά εκεί που είναι τώρα τα καπέλα του Λουκά, ο Χ. Παναγιωτόπουλος που το είχε κάτω από τον Άγιο Βασίλειο στο πίσω µέρος στην οδό Κύπρου εκεί που είναι τα ηλεκτρικά του Ζάχου, ο Γ. Πετρόπουλος, οι Κωνσταντίνος και Γιώργος Φράγκος απέναντι από τον Άγιο Παύλο εκεί που είναι οι κορνίζες του Μποζόπουλου και έπειτα µεταφέρθηκαν στην πλατεία Πετρινού στο σηµερινό µανάβικο του Νοικοκύρη, ο Ι. Φωτόπουλος, ο Θ. Σίδερης, ο ∆. Ρηγόπουλος, ο Ν. Κωτσιόπουλος, ο Ζωίδης και ο Ι. Μπουρούνης.

Την εποχή του 1930 ανοίγει ένας νέος εµπορικός οίκος του Αλεξόπουλου, ο «Μικρός Οίκος».

Καλφάδες

Οι ράφτες την εποχή εκείνη επειδή δεν προλάβαιναν να ράβουν πολλές παραγγελίες γιατί ένα κουστούµι ήθελε δέκα µέρες να ραφτεί και έκαναν και τρεις πρόβες δεν προλάβαιναν και έτσι στα ραφεία υπήρχαν και οι λεγόµενοι καλφάδες που ήταν καλοί ράφτες που δεν είχαν µαγαζί και δούλευαν µε το κοµµάτι.

Γνωστοί Καλφάδες ή Ραπτεργάτες της εποχής ήταν οι Ν. Μητρόπουλος που δούλευε στου Κατσίνη, ο ∆. Τζαβάρας που δούλευε στου Ψύχα, οι Γιώργος Κολυβήρας και Γιάννης Λυµπαντετζής που δούλευαν στου Ανανία Βελονιάδη, οι αφοί ∆ηµήτριος και Θεόδωρος Καρµιράτζος, ο Γιάννης Κωτσιόπουλος που δούλευε στου ∆άµη, οι Νίκος Πράπας, ο Σπύρος Μαλλιάγκας, ο Λουκάς ∆ηµητρόπουλος ,ο Γιώργος Κατσούλης και οι Κώστας και Ηλίας Τζελφές που δούλευαν στου Παρασκευόπουλου, ο Χαράλαµπος Πράπας στου Πετρόπουλου, ο Γιώργος Τασουλής που δούλευε στου ∆ηµόπουλου, ο ∆ηµοσθένης Αντωνόπουλος και ο Θανάσης Κτενάς που δούλευαν στου Φωτόπουλου, ο Βασίλης Παπαδόπουλος ή Παπάς που δούλευε στου Κυρ. Ντελόπουλου, ο Ι. Γιαλλής που δούλευε στου Βέη, οι Ι. Φωτόπουλος, Γ. Καράντζας, Γ. και Ι. Μπονταΐτης, Ι. Ταγκλής, ∆ηµοσθ. Βουνανιώτης, Γ. Αρέστης, ∆. και Κ. Χρονόπουλος στου Μαµάκου. Άλλοι καλφάδες ήταν οι Αφοί Βερβενιώτη, Χ. Μπάρλας, Παρίσης, Β. Παραλάς, Ηλ. Γιαννόπουλος, Ν. Φουρλόπουλος, Γ. Γιαννόπουλος, ∆. Παλαµήδης.

Ο Ι. Χουντουτιάν δούλευε  στου Καραµεσίνη, ο Κ. Χριστόπουλος ή Χάφτας στου Σ. Πετρόπουλου, ο Καράντζος Τάκης στου Παρασκευόπουλου, ο Αργυρόπουλος στου Φούτρη, ο Κ. Χρονόπουλος στου Παναγόπουλου, ο Στράτος Βυτόγιαννης στου Ζαχαρόπουλου, ο Χ. Καρµιράτζος στου Ζούζουλα και µετά άνοιξε δικό του στην είσοδο της παλιά αστυνοµίας, ο Πετ. Βαρκαλίδης στου Αναγνωστόπουλου, ο Αν. Κάνταρος στου Ορφανού, ο Θεόδωρος Μποντάίτης στου Παυλόπουλου, ο Νίκος Τσιλίκας στον Εδµόνδο, οι αφοί Χ. και Χαρ. Χειρόπουλοι, ο Ι. Κοτσιρίλος που έφυγε για την Σπάρτη και άνοιξε δικό του ραφείο, οι αφοί Σωτ. και Γιωρ. Κλίκα, Ν. Καρύδης, Σωτ. Ζήσης, ∆. Καλύβας, Μαρίνος Κωστούρος, Η. Χαραλαµπόπουλος, Ι. Ηλιόπουλος, Ευαγ. Μαλλιάγκας, Ευαγ. Ηλιόπουλος, ∆. Κοττής, Ι. Γκαρτζόλης, αφοί Κ. και Ν. Ασσιούρα στου ∆άµη.

ΠΑΝΤΕΛΟΝΟΥΔΕΣ

Γνωστές παντελονούδες ήταν οι Αγγελάκου Ελένη, Αναγνωστοπούλου Αγγελική, Ασηµοπούλου Χρυσούλα, Βάγια Μαρία, Γαντέ Μαρίκα, Γκολέµη Τασία, Γκλίνου Τασία, Γκουβά, Δελή ( Βάγια ) Ελένη, ∆ελή Λέλα, Ζαχαροπούλου, Θεοδωροπούλου Φρόσω, Καλοµπράτσου, Καραγιάννη Φανή, Καραµανίδη, Καρµιράτζου Κατίνα, Καστανά ( κόρες ),  Κατσούλη Χαρίκλεια, Κολλάρα Ελένη, Κουτσογιαννοπούλου Ανάστω, Κυριακούλη Τριαντάφυλλη, Μιχαλοπούλου Ελένη, Μουγκοπέτρου Κατίνα, Μορόπουλος Νίκος ( µοναδικός άνδρας ), Μποντάίτη Φωτεινή, Παναγιωτοπούλου Σοφία, Παρασκευοπούλου Βασιλική, Πουλίδου Ελενίτσα, Ρέγερ Μαριγώ, Σπανού, Ταγκλή Γιαννούλα, Τσαπόγα ∆ιονυσία, Τριµαντίλη Φωτεινή, Φουρλοπούλου, Φωτοπούλου Κούλα, Φουτούχου, Χαρίτου Ν. Σούλα, Χατζηχρήστου Μαριγούλα, Χριστοφόρου Βαρβάρα.   

Ράπτες 1930-1950

Επίσης µεγάλος ράφτης της εποχής του '30 ήταν ο Κ. Παρασκευόπουλος µαζί µε τον ανιψιό του Σπύρο στην οδό Βασιλέως Παύλου και έπειτα Νικηταρά και Πλαπούτα,
Την εποχή του 1935 βλέπουµε τους ράπτες, Μηνά Αρτόπουλο στο ταχυδροµείο απέναντι εκεί που είναι το βιβλιοπωλείο Μέλεγου, έπειτα µαζί µε τον γιό του Λευτέρη µεταφέρθηκε στην οδό Ανακτόρων και Μαλλιαροπουλείου γωνία στο υπόγειο, ο Ι. Αρτόπουλος στην οδό Παλλαντίου και Φιλελλήνων γωνία, ο Γιώργος Στενιώτης στην οδό Ανακτόρων δίπλα από την Αγία Παρασκευή, ο Σταύρος Ξαγάς στην οδό Γορτυνίας ( Εθνοµαρτύρων ) απέναντι από το σηµερινό Σούπερ Μάρκετ και µετά το 50’ πήγε στην οδό Αν. ∆εµέστιχα, ο Νίκος Κανέλος ( ήταν και στρατιωτικός ράφτης ) στην οδό Ταλούµη απέναντι από το 11ο σύνταγµα, Μιχ. Γλύνος ( ήταν και στρατιωτικός ράφτης ) στην Μαινάλου και 11ου Συντάγµατος, ο Β. Μάντης απέναντι από το Μαλλιαροπούλειο θέατρο ( οδό Μαλλιαροπούλου σηµερινό µαγαζί ουζερί Πετρόπουλου ), ο Ανανίας Βελωνιάδης  στο στενό του βιβλιοπωλείου Παλλάδιο οδό Βύρωνος και στη συνέχεια πήγε στην πλατεία Αγίου Βασιλείου δίπλα από τις εφηµερίδες του Μιχόπουλου ,έπειτα πήγε πίσω από το Μαλλιαροπούλειο και το κράτησε για λίγα χρόνια και έπειτα το πήρε ο κάλφας που δούλευε στο µαγαζί ο Κωνσταντίνος Λουµπαρδιάς οδό Νικηταρά πίσω από το Μαλλιαροπούλειο Θέατρο .Άλλοι ράπτες της εποχής εκείνης ήταν  ο Β. Γκούµας στην οδό Εθνοµαρτύρων απέναντι από το σηµερινό σούπερ µάρκετ Μαρινόπουλου, ο Γ. Ρέγιερ, ο Γιώργος Γαντές στη οδό Θεοφιλοπούλου, ο ∆. Εγγλέζος και ∆. Θεοχάρης στην οδό Παλαντίου ,το δεύτερο µαγαζί µετά την Φιλελλήνων εκεί που είναι το ζαχαροπλαστείο Αφροδίτη, ο Ι. Ταγκλής δίπλα στο φούρνο του Τσουκαλά, ο Τάσος Παπαντωνίου στην οδό Ανακτόρων δίπλα από την Αγία Παρασκευή στο σηµερινό κατάστηµα Γερµανός και ο ∆. Χαλεπίδης ( ήταν και στρατιωτικός ράφτης ) στην οδό Ουάσιγκτον εκεί που είναι η Εµπορική Ένωση και µετά πήγε στην οδό Υψούντος.

Το '36 βλέπουµε τον Π. Παραλά, στην οδό Κένεντη στη σηµερινό χρυσοχοείο Β. Παρασκευόπουλου, τον Μπαζιωτόπουλο Θεοδόση πρώτα στη Παλιά Αγορά επί της οδού Μαλλιαροπούλου και έπειτα όταν γκρεµίστηκε η Παλιά Αγορά στην πλατεία Πετρινού εκεί που ήταν µετά το κρεοπωλείο του Τσαντίλη, τον Θεοχ. Αντωνιάδη, τους  Αφους Γιώκα, τον Β. Γερµπανά, τον ∆. ∆ηµόπουλο στην οδό ∆εληγιάννη στην Κάτω Αγορά, τους Αφούς Νίκο και Γιώργο Ζαχαρόπουλο στην οδό Κύπρου ,κάτω από τον Άγιο Βασίλειο το δεύτερο µαγαζί, το Σωτ. Ζήση, τον Γ. Παλέα στην οδό Σπετσεροπούλου στην Παλιά Αγορά ( σηµερινή Πλ. Πετρινού ), τους Αφούς Τάκη και Αλέκο Μαµάκο ανιψιοί των αφών Μαµάκου που άνοιξαν στην οδό Ανακτόρων εκεί που είναι το κατάστηµα Γερµανός, Π. Μαρκόπουλο, Γ. Μαχαίρα, τον Γεώργιο Ματθαιόπουλο στην οδό ∆εληγιάννη δίπλα από το χάνι του Μαραφούλα και από την άλλη µεριά ήταν το ραφείο του Ρουµελιώτη , τον Φούτρη στην γωνία  Κενέντη µε Πλατεία Πετρινού  εκεί που είναι το ζαχαροπλαστείο Αφροδίτη και µετά στην οδό Ουάσιγκτόν εκεί που είναι τώρα η Εµπορική Ένωση, και τον Π. Ορφανό στην Γεωργίου Α’ δίπλα από τα κεριά Σούντρη και πιο κάτω ήταν ο Κ. Βουτσελάκος, ο Τάσος Στυµφαλιάδης στην οδό ∆εληγιάννη, ο Δ. Κοράκης απέναντι από το ξενοδοχείο Ανακτορικό, ο ∆. Χριστόπουλος, ο Γ. Τόνγκας στην Ερυθρού Σταυρού, ο Αγ. Τσιχριτζής, ο Εδµόνδος Καραφωτιάς στην Βασ. Όλγας (Σπάρτης) στο κτήριο του Καµπυλαυκά, ο Β. Ταγκλής δίπλα στον σηµερινό φούρνο Τσουκαλά, ο Κ. Κυριακούλης στην οδό Σπάρτης.

Εκείνη την εποχή οι ράπτες άρχισαν να αγοράζουν οι ίδιοι τα υφάσµατα και να τα ράβουν ώστε να έχουν και το κέρδος από την πώληση των υφασµάτων που είχαν οι έµποροι. Έτσι έχουν τους λεγόµενους εµποροράφτες. Οι ράφτες γιόρταζαν πάντα την εορτή του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης και η εικόνα υπάρχει στο Προφήτη Ηλία. Την εποχή περίπου 30’ έφτιαχναν τα παντελόνια τα καρό ή ριγέ ( τα ντρίλινα λεγόµενα ) που ήταν για τον φτωχό κόσµο και ήταν απλής ραφής χωρίς φόδρα-καναβάτσο. Την δουλειά στο κόψιµο την έκανε ο ράφτης εκτός αν υπήρχε πολύ δουλειά και βοηθούσε ο αρχιεργάτης που έκανε την ένωση του σακακιού πάντα κρυφά από τους εργάτες ώστε να µην µάθουν τη δουλεία. Τα παντελόνια τα έραβαν οι παντελονούδες σπίτια τους. Οι καλφάδες έκαναν την ένωση του γιακά και των µανικιών. Όταν τελείωνε το κουστούµι γίνονταν τρεις πρόβες.

Το '38 βλέπουµε τους Αντ. Αγγελόπουλο στην οδό Ερµού στο σηµερινό µαγαζί του Κολοµιτσίνη, Η. Αποστολόπουλο, Κ. Ασσιούρα, Αθ. Βέη στην Ταξιαρχών, Πέτρος Χαλάκη οδό Κύπρου κάτω από τον Άγιο Βασίλειο απέναντι από το ηλεκτρολογείο του Μπουρτζουκλή, έπειτα πήγε στην οδό Ερµού, ο Κ. Κουγιούφας και αφοί, ο Κ. Χάρακας στην οδό Κένεντη εκεί που είναι τα παιδικά ρούχα «Πάνυς» όπου µετά εκεί ήρθε ο Φ. Καραµεσίνης προτού πάει στην οδό Ανακτόρων, ο Κ. Παυλόπουλος στην οδό Ταξιαρχών στην αριστερή µεριά του δρόµου, Κυρ. Ντελόπουλος απέναντι από το ξενοδοχείο Ανακτορικό, οι αφοί ∆ηµ. και Σαράντος Μαλλιάγκα στην στοά Αθανασιάδη, Ι. Γιαννόπουλος στην οδό Αγαπήνορος και Ι. Δελή.

Υπήρχε και ο κατάλογος µε τις τιµές που εφάρµοζαν όλοι οι ράφτες. 

Υπήρχαν και ράπτριες γυναικείων ενδυµάτων όπως τέλη 19ου αιώνα και αρχές 20ου αιώνα ήταν οι Αγγ. Γκότζιαλη, Φωτεινή Α. Καπάνταη, Αγγ. Κατζαούνη, Ζωή Παπουτσάκη, Ξακουστή Ν. Προεστάκη, Άννα Ρούσου, Ευγενία ή Ευγενική Χριστοφιλοπούλου στην οδό Γορτυνίας.

Τη δεκαετία του '20 βλέπουµε την Βασ. Γεωργακοπούλου, Ευγενία Καπατζή, µ. Κλεάνθη, Φώτω Κοκκινοπούλου, Βασ. Σούµα, Ιωάννα Τζουβαλά.
Την εποχή του 40’ υπήρχε σχολή ραπτικής της Φαν. ∆εληγιάννη µε την επωνυµία << Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών Κοπτικής Ραπτικής Φαν. ∆εληγιάννη >> στην οδό Καλαβρύτων και Οπλαρχηγού Σεχιώτη.

1950: Μαρία Σίδερη και Μάχη Μπότουλα, µοδίστρες.

Έπειτα έρχεται ο πόλεµος και ο κόσµος κοιτούσε να ζήσει από τις κακουχίες και την πείνα και δεν ασχολιόταν µε τον καλλωπισµό του. Η Τρίπολη ήταν γνωστή για το καλό ντύσιµο της. Το κουστούµι το έραβαν πάνω σου, µάλιστα κοιτούσαν αν ήσουν αριστερός ή δεξιός στο καβάλο για γίνει το πατάκι πιο µακρύ. Ήταν πάλι τέχνη ώστε να µοντάρεις το καρό ή το ριγέ. Τα ραφτάδικα ήταν οργανωµένα µε τον ράφτη το αφεντικό, τον κόφτη, τον παραγιό, τους καλφάδες, τις παντελονούδες, τις γελεκούδες και τον σιδερωτή.

Το αφεντικό, ο αρχιεργάτης και έπειτα οι άλλοι. Τα µέτρα για το πατρόν τα έπαιρνε ο ράφτης και ο αρχιεργάτης. Το κουστούµι το έραβε µέχρι τη ένωση του σακακιού ο υπάλληλος ώστε να µην µάθει τη δουλειά ( πως ράβεται ένα κουστούµι από την αρχή ως το τέλος ) και ανοίξει δικό του µαγαζί. 
Το γιακά και τα µανίκια τα ένωναν αυτοί. Τις πρόβες τις έκαναν εκτός εργαστηρίου για τον ίδιο λόγω.

Ράπτες 1945-...

Έπειτα από τον πόλεµο εµφανίζεται ο γνωστός Φώτης Καραµεσίνης που το είχε απέναντι από ξενοδοχείο Ανακτορικόν και έπειτα πήγε στην γωνία Πλ. Αγίου Βασιλείου και Ανακτόρων ( Κωνσταντίνου ΙΒ ) πάνω από το φαρµακείο Παπαδάκου και µετέπειτα Φράγκου. ο Τάκης Χρονόπουλος στην οδό ∆ηµητρακοπούλου, Πέτρος Γιαννόπουλος στην οδό Ανακτόρων εκεί που ήταν   τα είδη δώρων «Παρουσία, Κ. Γιαννόπουλος στην οδό Κύπρου µετά τα τυριά του Μπαζιωτάκη, ο Δ. Κοντοβαζαινίτης απέναντι από του Καραβία στην οδό Κύπρου κάτω από τον Άγιο Βασίλειο, ο Χρονόπουλος Τάκης στην οδό ∆ηµητρακοπούλου µετά το ανθοπωλείο Μιµόζα, ο Γεώργιος Γιαννόπουλος στην οδό Κύπρου ο οποίος αργότερα έραβε ιερατικά άµφια, ο Αθ. Μιχαλόπουλος, ο Διον. Μιχαλόπουλος στην πάνω αγορά, ο Βασίλειος Μουγκοπέτρος και Αναστάσιος Μουκάκης οδό Κύπρου 3, στην Παλαντίου 22 εκεί που είναι το βιβλιοπωλείο Άστρο, έπειτα µεταφέρθηκαν στη γωνία Παλλαντίου µε Φιλελλήνων και τέλος στην οδό Ερµού δίπλα από τον Μπίρη. Ο Βασίλης Μουγκοπέτρος βγήκε από τα δυο καλύτερα ραφτάδικα πριν τον πόλεµο .Άλλα ήταν του Αθανάσιου ∆άµη και έπειτα του Κωνσταντίνου Παρασκευόπουλο .Ο Τάσος Μουκάκης δούλεψε <<στο Κ. Παρασκευόπουλο και Μηνά Αρτόπουλο. Ο Βασίλης Μουγκοπέτρος είχε φέρει τα πρώτα έτοιµα πατρόν στην Τρίπολη.

Άλλοι ράφτες ήταν ο Ανδρέας Μπιρµπίλης πίσω από τον Άγιο Βασίλειο ο Χ. Οικονόµου, ο ∆. Σιδέρης στην οδό Ανακτόρων δίπλα από το ξενοδοχείο Ανακτορικό, ο Σωτ. η Σταύρος Τσούτσουβας µετά την κάτω αγορά, ο Κωνσταντίνος Χαρβάτης στην οδό Κύπρου, ο Ηλ. Χαραλαµπόπουλος στην οδό Πλαπούτα, ο Β. Τσαφαρίδης και Ευάγγ. Βυτόγιαννης στην Πλ. Πετρινού στην οδό Σπετσεροπούλου απέναντι από την Παλιά Αγορά, ο Θεοδόσιος Παζιωτόπουλος οδό Σπετσεροπούλου στην πλ. Πετρινού ( κτήριο Ασσιούρα ), ο Γ. Κοντόπουλος απέναντι από τον φούρνο του Τσουκαλά στην γωνία και έπειτα πήγε στην οδό Επισκόπου Άνθιµου, ο Γιώργος Μπένος το 1959 στην οδό Εθνοµαρτύρων και µετά το µετέτρεψε σε έτοιµα, ο Παναγής Πανουσιέρης το 1964 στην οδό ∆εληγιάννη, ο Ιωάννης Ζούζουλας που δούλευε στου Ανανία Βελονιάδη άνοιξε το 1967 στην οδό Ανακτόρων απέναντι από το βιβλιοπωλείο Παπαναστασίου στο σηµερινό χρυσοχοείο του Μπαντούνα ,όπου µετά άνοιξε λίγο πιο κάτω εµπορικό µε ρούχα, ο Γιώργος Ματθαιόπουλος το 1970 στην οδό ∆εληγιάννη.Τότε ήταν και η µόδα καµπάνα παντελόνι, σακάκι σταυρωτό ή κλασικό, µονόπετο σακάκι µε τετράγωνα πέτα, κουµπί µε αλυσιδάκι στο σακάκι το ριγέ .Επίσης ήταν Γιώργος Τσιώλης στην οδό Ανακτόρων απέναντι από τα παπούτσια Σπ. Μποβέτα, ο Γ. Παναγόπουλος στην οδό Νικηταρά µε Σπετσεροπούλου γωνία, οι Αφοί Αναστάσιος και Χρήστος Παπούλιας στην οδό Ταξιαρχών και ο ∆ηµοσθένης Καπόγιαννης στην οδό Ταξιαρχών στην δεξιά µεριά µετά του Μπαλαλώτη και στη οδό Επισκόπου Ανθίµου, Κατά καιρούς διετέλεσαν πρόεδροι στον Σύλλογο Ραφτών οι Γ. Θεοδωρόπουλος, Στ. Γκέκας, Πλάτων Μαλλιάγκας, Σωτ. Λαλιώτης, Σωτήριος Βρακέλος, Δ. Κατσίνης, Θ. Κοκώνης, Πάνος Παραλάς, Ψύχας, Αθ. ∆άµης, κ.ά.

Το 1960 όλοι οι ράφτες-εµπορορράφτες έκαναν συνεταιρισµούς και αγόραζαν από εκεί τα υλικά και τα υφάσµατα για καλύτερες τιµές. Στην Τρίπολη ο συνεταιρισµός άνοιξε κάτω από το ξενοδοχείο Ανακτορικό στην αριστερή µεριά της εισόδου. Έπειτα µεταφέρθηκε δίπλα από το φαρµακείο του Σεχιώτη εκεί που µετά άνοιξε το βιβλιοπωλείο Πάλλας.

Ενδεικτικά οι τιµές ήταν 250 δραχµές το παντελόνι και 3.000 µε 3.500 το κουστούµι.
Τα ραφεία ήταν απλά διακοσµηµένα µε ράφια γύρω γύρω  όπου ήταν τα τόπια (υφάσµατα) και κάτω από τους πάγκους ήταν τα υλικά για το ράψιµο. Οι µηχανές  που υπήρχαν ήταν οι Γκρίτζνερ, Σίνγκερ κ.ά.

Τα σίδερα µε το κάρβουνο

Τα σίδερα µε κάρβουνο ήταν τριών κατηγοριών 4, 5, και 6 κιλά.
Όταν άνοιγε το ραφείο άναβαν το σίδερο. Έβαζαν µέσα κάρβουνο έκλιναν τις πορτίτσες που είχε το σίδερο ( µικρές θυραµάδες ) για να µην παίρνει αέρα. Όταν ήθελαν να είναι πιο ζεστό άνοιγαν τις πορτίτσες και φούντωνε το σίδερο και έκαιγε πιο πολύ.  

Τα εργαλεία του Ράφτη

Τα εργαλεία που χρησιµοποιούσε ο ράφτης ήταν η µεζούρα, το ψαλίδι, η βούρτσα, µέτρο, γωνία, πήχης, τρίγωνο, το σίδερο, ο καµπούρης που σιδέρωναν τα καναβάτσα (ενισχυτικά των κουστουµιών), µαξιλαράκι για σιδέρωµα, το κουζινέτο πάλι για σιδέρωµα, διπλό πασχαρό για τα µανίκια, οι δαχτυλήθρες, καρφίτσες, οι βελόνες, τα αστάρια.

Τα υλικά

Τα υλικά εκτός για ένα κουστούµι από τα υφάσµατα ήταν τα κολάρα, οι βάτες, σταβόργια (σπαθόριγα), φόδρες απλές, µανικόφοδρες, κουµπιά, κορδονέτα, οι καναβατσότριχες κ.ά.
Οι κλωστές ήταν οι Ελληνικές Πεταλούδα, Κιθάρα και οι ξένες η Αλυσίδα, το Αλογάκι. 

Τα κουστούµια γίνονταν από κασµίρια Εγγλέζικα ή Σκοτσέζικα που ήταν τα καλύτερα όπως Σκαµπάλ. Οι µάρκες των υφασµάτων ήταν ∆ηµητριάδης, Μινάίδης, Φωτιάδη, Λαναρά, Παπαγεωργίου και Μπριτάνια, 3Α.

Ο Σύλλογος µετέφερε την εικόνα από τον Άγιο Νικόλα (στρατώνες) στον Προφήτη Ηλία στη πλατεία Άρεως. Γινόταν λειτουργία αρτοκλασία και έπειτα πήγαιναν στο αναψυκτήριο του Παραλά στη οδό Καλαβρύτων. Αλλά υπήρχε και << Σωµατείο Ραπτεργατών που γιόρταζε την Ανάληψη.

Το επάγγελµα άρχισε να εκπίπτει από το 1970 και µετά, επειδή πια κυριάρχησαν τα «ετοιματζίδικα» ρούχα, δηλαδή τα έτοιµα από τις βιοτεχνίες. 
Υπήρχαν οι ράπτες που σταδιοδρόµησαν µακριά από την Τρίπολη όπως ο Θ. Σίδερης, Γ. Γαντές, Αλαφογιάννης, Χ. Οικονόµου, Κ. Θεοχαρίδης, Ι. Λυµπατετζής, ο Σπύρος Παρασκευόπουλος στην Αθήνα, ο Γ. Κωτσιόπουλος στην Μεγαλόπολη και ο Ν. Κωτσιόπουλος στην Νεµέα.

Υπήρχαν και οι καλφάδες που ξενιτεύτηκαν εκτός Τρίπολης όπως οι Θ Σίδερης, Γ. Γαντές, Χ. Οικονόµου, Αλαφογιάννης, Λουκάς Δηµητρόπουλος, Ι. Λυµπατετζής, Σπ. Παρασκευόπουλος και Κ. Θεοχαρίδης στην Αθήνα. Οι Μπουρούνης, Ι. Κοτσιρίλος και Ν. Πράπας, στην Σπάρτη και ο Κ. Χαρίτος στην Αµερική.

Μηχανές Σίνγκερ αρχές 20ού αιώνα αντιπρόσωποι ήταν οι Αφοί Καπάνταη.

Σχολή µοδιστρικής της Μάχης (Ανδροµάχης) Μπότουλα

Η Ανδροµάχη Μπότουλα ήταν από τις πιο καταξιωµένες µοδίστρες της Τρίπολης µε σχολές µοδιστρικής σε διάφορες περιοχές της Αρκαδίας. Γεννήθηκε στη Μαγούλα Μεσσηνίας το 1916.Το 1937-38 πούλησε ένα αµπέλι από την προίκα της και έφυγε στην Αθήνα για να µάθει µοδιστρική µε γεωµετρία σε έναν από τους πιο γνωστούς οίκους υψηλής ραπτικής (Τσοπανέλη).Τελειώνοντας τη σχολή έπεσε πάνω στην κατοχή. Είχε κάνει σχολές µοδιστρικής σε διάφορα µέρη  της Αρκαδίας ,όπως στη Μεγαλόπολη 1942 ,στο Αθήναιον Αρκαδίας το 1944 ,στην Αράχωβα 1945 και  στο Καστρί Κυνουρίας το 1958. Εκεί την είχε στείλει το Υπουργείο Γεωργίας σε ένα από τα προγράµµατά του. Το 1950 εγκαταστάθηκε στην Τρίπολη όπου και έµεινε µέχρι το τέλος έχοντας µαθήτριες και πελάτισσες από όλη την Αρκαδία. Παντρεύτηκε τον Μπότη Μπότουλα από το Αθήναιον Αρκαδίας όπου τον γνώρισε κατά τη λειτουργία της σχολής στο χωριό.

Ευχαριστούµε για τις φωτογραφίες της Μάχης Μπότουλα την κόρη της Πολυτίµη Μπότουλα

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΤΟΝ ΦΙΛΟ ΚΑΙ ΠΑΛΙΟ ΡΑΦΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΜΟΥΓΚΟΠΕΤΡΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΣΤΟΥΣ ΡΑΦΤΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΟΥ ΜΟΥ ΕΔΩΣΕ ΤΟΥ ΡΑΦΕΙΟΥ ΤΟΥ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΤΑΣΟ ΜΟΥΚΑΚΗ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΡΑΦΤΩΝ.

ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΜΟΥΓΚΟΠΕΤΡΟΥ, ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, ΛΑΜΠΡΟΥ ΠΑΝΟΥΣΙΕΡΗ, ΦΩΤΗ ΠΑΠΟΥΛΙΑ.

ΧΡΗΣΤΟΣ Η. ΜΗΤΣΙΑΣ

Για να επικοινωνήσετε µε τον κ. Μήτσια στείλτε του email στο xristoshmitsias@hotmail.com


Υπάρχει 1 Σχόλιο

Προσθήκη νέου σχολίου

Το ArcadiaPortal.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά, συκοφαντικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.