Τρόπαια Γορτυνίας: Αναμνήσεις από την απάνου γειτονιά και την απάνου βρύση

Time to read
less than
1 minute
Read so far

Τρόπαια Γορτυνίας: Αναμνήσεις από την απάνου γειτονιά και την απάνου βρύση

Μάιος 20, 2018 - 16:10
0 σχόλια

Όταν έβγαινα στο μπαλκόνι του σπιτιού μας, αγνάντευα το όμορφο χωριό μας και απορούσα:

-Μα τόσος τόπος αυτοί στην απάνω γειτονιά, μέσα στο δάσος και στα βράχια, πήγαν και κτίσανε; 

Μου φαινόταν τα σπίτια πως ήταν πολύ μακριά, σαν αετοφωλιές στην άκρη του κόσμου. 

Όμως τι πιο φυσικό, αφού εκεί στα ριζά του βράχου βρισκόταν η μόνη μεγάλη βρύση με τρεχούμενο νερό του χωριού. Τρείς γούρνες έτρεχαν, παλιότερα, συνεχώς νερό, ενώ υπήρχε και μια μαντεμένια κοινοτική βρύση. 

Επί πλέον μια μεγάλη ποσότητα νερού έτρεχε, τον περισσότερο καιρό, από την υπερχείληση μιας μικρής δεξαμενής και ακολουθώντας το αυλάκι χύνονταν αριστερά από το σπίτι του Γόντικα μέχρι κάτω στου Ρουπατσιά, σχηματίζοντας ένα εντυπωσιακό καταράχτη. Η ζωή λοιπόν του απάνω χωριού περιστρεφόταν εκεί γύρω από τη βρύση, παγούρια, βίκες, βαρέλες, ντενεκέδες, λάτες, κάνιστρα, περίμεναν αραδιασμένα τη σειρά τους να γεμίσουν. 

Άλογα, μουλάρια, γαΪδούρια, κατσίκες, περίμεναν να πιούν νερό από τη μεγάλη καρούτα που υπήρχε στα δεξιά του υπόστεγου. Κότες σγάρλευαν για τροφή ή έπιναν νερό από τις λακούβες κοιτάζοντας τον ουρανό.

Στο πεζούλι δίπλα από την δεξαμενή γυναίκες έπλεναν τα στρωσίδια κοπανόντας τα με κόπανους. Εν τω μεταξύ όσοι και όσες περίμεναν δεν έχαναν το καιρό τους, οι άνδρες έλυναν, στα λόγια, τα προβλήματα του χωριού και της χώρας και οι γυναίκες μιλούσαν για τα υφαντά τους, τα κεντήματα, τι μαγείρεψαν, αντάλλαζαν σπόρους για τον κήπο και τις γλάστρες τους ή κουτσομπόλευαν γενικώς.

Εμείς σαν οικογένεια είχαμε δεσμούς με την απάνω γειτονιά, δυο θείες του πατέρα μου, η γιαγιά η Σταμάτω του Κιτσάκη και η Γιαγιά Ελένη του Τσίρου έμεναν εκεί. Πανωμαχαλιώτισσα έγινε και πρώτη ξαδέλφη της μάνας μου η Κική Του Ματζουράνη και επίσης βέροι Παλαιο-Τροπαιάτες ήταν και οι κουμπάροι μας από τους Αναγνωστοπουλαίους. 

Έτσι συχνά παίρναμε τον ανήφορο απ' την πλατεία για να τους επισκεφτούμε και φτάναμε αγκομαχώντας μέχρι του Σαρρή ανεβαίνοντας τα 127, μετρημένα, πλατύσκαλα. Στο δρόμο είχα βάλει σημάδια, πρώτα συναντούσαμε το πλάτωμα πάνω από το φούρνο του Βεργέτη, μετά περνούσαμε το σπίτι του Βάγια, το σπίτι του Γαλάνη με τον μεγάλο κήπο, πιο πάνω ήταν το σπίτι του Πάτση με την ξύλινη αυλόπορτα, μετά στρίβαμε αριστερά πάλι δεξιά και κάτω από του Τσιατόγιαννή ξαναστρίβαμε αριστερά, αφήναμε αριστερά μας το σπίτι του Ασπρή, λίγο πιο πάνω δεξιά μας ήταν το αρχοντικό του Χηνιάδη και στρίβοντας δεξιά μετά από μια μικρή ευθεία κάναμε αριστερά και πάλι δεξιά και βρισκόμαστε επιτέλους,στον απάνω δρόμο. Δεξιά μας στα πενήντα μέτρα ήταν η βρύση που τρέχαμε να δροσιστούμε. 

Φαντάζομαι μια σκηνή που μου διηγήθηκε ένας συμμαθητής μου που έκανε τη διαδρομή τέσσερες φορές την ημέρα, είχαμε και το απόγευμα σχολείο. Ζαλωμένα τα σχολιαρόπαιδα με τις σάκες τους να φθάνουν ξεθεωμένα μες στον ήλιο και να τους υποδέχεται ο γερο Σιατής και να τους μοιράζει καραμέλες. Τι ωραίο! 

Συνήθως στις οικογενειακές μας επισκέψεις, ένα κουτί σοκολατάκια ή λουκούμια ήταν το πεσχέσι στις θειάδες που μας καλοδέχονταν κερνώντας μας γλυκά του κουταλιού ή απλά λίγο καφέ που περίσσευε από τους μεγάλους και φυσικά δροσερό νερό που έβαζαν από τη μουσκεμένη βίκα,

Τι, όμορφα χρόνια και τι σπουδαίοι, αγνοί άνθρωποι!

(Από τη σελίδα «Όμορφα χρόνια» στο Facebook, διαχειριστής της οποίας είναι ο Θεόδωρος Νίτσος, συγγραφέας του βιβλίου «Όμορφα χρόνια» που αναφέρεται στα Τρόπαια των περασμένων δεκαετιών. Η φωτογραφία, από το αρχείο του Κώστα Νίτσου.)


Προσθήκη νέου σχολίου

Το ArcadiaPortal.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά, συκοφαντικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.