Τατούλης

H Χελιδονοφωλιά στην Αγία Σοφία Κυνουρίας (pics)

H Χελιδονοφωλιά στην Αγία Σοφία Κυνουρίας (pics)

Ιούλιος 13, 2019 - 18:00
0 σχόλια

Το αυτοκίνητο σταμάτησε απέξω από ένα δίπατο σπίτι σε κάποιο μικρό χωριό της Αρκαδίας.

 

Κατέβηκαν ένας κουστουμαρισμένος μεσήλικας με την σύζυγό του και κατευθύνθηκαν προς την βαριά ξύλινη ξώπορτα του ακατοίκητου σπιτιού.

 

 

Ο άντρας έσπρωξε την ξώπορτα και μπήκαν στην χορταριασμένη αυλή.

1
Είχε έρθει από την Αμερική να ξαναδεί το πατρικό του σπίτι που έμενε κλειστό από τότε που πέθανε η μάνα του πριν δέκα χρόνια. Ο ίδιος είχε να έρθει στην Ελλάδα 25 χρόνια. Όταν πρωτοπήγε στην Αμερική, δούλευε δυο βάρδιες για να τα βγάλει πέρα. Τα χρόνια περνούσαν, παντρεύτηκε με μια Ελληνίδα που είχε γεννηθεί στη Νέα Υόρκη, απέκτησαν παιδιά και χρήματα κι ακίνητα. Ζούσαν τώρα άνετα και δεν δούλευε πια. Είχε άλλους να δουλεύουν γι’ αυτόν. Έτσι αποφάσισε να έρθει μια επίσκεψη στην πατρίδα του. Η γυναίκα του δεν ήθελε να έρθουν, αλλά κατάφερε να την πείσει.
Ήταν ένα ζεστό απόγευμα του Ιουλίου, όταν έφθασαν στην Αθήνα. Έμειναν πέντε ημέρες στην πρωτεύουσα τριγυρίζοντας στην Πλάκα, στο Μοναστηράκι, ανέβηκαν στην Ακρόπολη, πήγαν στο Σούνιο, διασκέδασαν στα νυχτερινά κέντρα… Το πρωί της έκτης μέρας ξεκίνησαν μ’ ένα νοικιασμένο αυτοκίνητο για το χωριό του. Πλησίαζε μεσημέρι όταν έφθασαν στο πατρικό του.
Το σπίτι έστεκε σιωπηλό, λες και περίμενε ένα χέρι ν’ ανοίξει την πόρτα του, να μπει μέσα να τριγυρίσει  στα δωμάτιά του κάποιο πρόσωπο γνώριμο κι αγαπημένο. Χέρια ανυπόμονα ν’ ανοίξουν τα σφαλισμένα παραθυρόφυλλα, να μπει ο ήλιος κι αέρας καθαρός μετά από τόσα χρόνια. Ν’ αναπνεύσει ξανά το σπίτι, να φωτιστούν οι σκοτεινές γωνιές του, τα εικονίσματα, τα σκονισμένα έπιπλα και οι παμπάλαιες φωτογραφίες στους τοίχους.
Μια καταπράσινη, γεμάτη καρπούς, αχλαδιά, ήταν το μοναδικό σημάδι ζωής στον κήπο. Θυμήθηκε που παιδάκι έπαιζε στον ίσκιο της με τ’ αδέλφια του. Η αδελφή του ζούσε κι αυτή στην Αμερική. Ο μεγάλος του αδελφός είχε πεθάνει.
Στράφηκε στη γυναίκα του, που τον είχε ακολουθήσει βαριεστημένη στην αυλή.
– Θέλω να μπω στο σπίτι, της είπε. Έχω 25 χρόνια να το δω. Γι αυτό ήρθαμε…
– Alexis dear, του απάντησε εκείνη. Μην αργήσεις μέσα. Θα σε περιμένω στο αυτοκίνητο. Και πρόσεξε να μην λερώσεις τα ρούχα σου.

2
Ο Αλέκος ανέβηκε στο χαγιάτι του σπιτιού. Ήταν γεμάτο άχυρα, άμμο, σπασμένα κεραμίδια. Είδε δυο μισογκρεμισμένες χελιδονοφωλιές και μια φρεσκοφτιαγμένη ψηλά στον τοίχο. Μια χελιδόνα πηγαινοερχόταν φέρνοντας τροφή στα μικρά της που φάνηκαν στο άνοιγμα της φωλιάς.
Έβαλε το κλειδί στην πόρτα, που άνοιξε τρίζοντας. Μπήκε μέσα συγκινημένος. Πλησίασε στο κοντινότερο παράθυρο και το άνοιξε. Σε λίγο πόρτες και παράθυρα ήταν όλα ανοικτά. Είδε από κάποιο τη σύζυγό του να του κουνάει το χέρι και να του φωνάζει: «Μην αργήσεις».
Στάθηκε στην σάλα, το μεγαλύτερο δωμάτιο του σπιτιού. Κοίταξε τις ξεθωριασμένες φωτογραφίες των γονιών του στις παλιές κορνίζες. Το βλέμμα του πήγε στον καναπέ με τα σκονισμένα μαξιλάρια, στην εταζέρα  που ’κρυβε η μάνα του το γλυκό κυδώνι για να φιλεύει τους μουσαφιρέους. Σκεπασμένα από την σκόνη τα πάντα: τα τραπέζια, οι καρέκλες, τα κρεβάτια, τα κασόνια, το τζάκι. Πόσες φορές δεν είχε καθίσει με το σκαμνάκι του κοντά στη φωτιά, ακούγοντας παραμύθια από το στόμα της γιαγιάς του κι ιστορίες απ’ του παππού του το στόμα, τρώγοντας ζυμωτό ψωμί κι ελιές… Πάνω σ’ ένα τραπεζάκι, μια λάμπα  πετρελαίου με το ραγισμένο της γυαλί του έφερε στο νου τα όνειρα που ’χε φωτίσει, τα σκοτάδια που ’χε διαλύσει…
Πόσες αναμνήσεις ζωντάνευε τούτο το σπίτι! Κοίταξε πάλι γύρω του τα έρημα, σκονισμένα δωμάτια. «Πέρασαν τόσα χρόνια» σκέφθηκε. «Τίποτε δεν είναι όπως παλιά. Κι εγώ άλλαξα… γέρασα… ξέχασα… Και τώρα που θυμάμαι τι ωφελεί;» αναρωτήθηκε. Ένιωσε την συγκίνηση να τον πνίγει. Χρειαζόταν αέρα.
Σφάλισε ξανά όλα τα παραθύρια του σπιτιού, έκλεισε τη πόρτα και την κλείδωσε. Στάθηκε στο χαγιάτι κι αγνάντεψε γύρω. Είδε την χορταριασμένη αυλή, τον μισογκρεμισμένο στάβλο, τον φούρνο, τη λόντζα… Ξανακοίταξε την αχλαδιά. «Πόσο καιρό ακόμα θ’ αντέξει;»  σκέφθηκε. «Ο χρόνος είναι για όλους καταλύτης».
Κατέβηκε τις σκάλες αργά.
Η γυναίκα του είχε βγει από το αυτοκίνητο και τον περίμενε στην εξώπορτα.
– Αλέξις, ντάρλινγκ, κάνε γρήγορα, του φώναξε. Πάμε να φύγουμε, βαρέθηκα να σε περιμένω τόση ώρα.
Εκείνος γύρισε και κοίταξε για τελευταία φορά το πατρικό του σπίτι. Τράβηξε την παλιά ξύλινη ξώπορτα να κλείσει. Μπήκαν στο αυτοκίνητο κι άναψε την μηχανή.
Το όχημα ξεκίνησε αφήνοντας πίσω του το σπίτι, την ώρα που η χελιδόνα επέστρεφε στο χαγιάτι μ’  ένα έντομο στο ράμφος της. Τα μικρά της, που είχαν βγάλει τα κεφαλάκια τους στο άνοιγμα της χελιδονοφωλιάς, τιτίβισαν χαρούμενα.

3

4

«Το παραπάνω διήγημα που δημοσιευθηκε στην ιστοσελίδα μας, agiasofiablog.gr   αποτελεί πνευματικό πόνημα της κ. Ζαχαρούλας Γαϊτανάκη και είχε κερδίσει έπαινο σε λογοτεχνικό διαγωνισμό, που είχε προκηρύξει πριν χρόνια, τοπική εφημερίδα της περιοχής μας.

Το βαθύτερο όμως περιεχόμενό του, αφορά και το δικό μας τόπο, με τους δικούς του ανθρώπους.

Φωτογραφίες:  agiasofiablog.gr »

Tags: 

Προσθήκη νέου σχολίου

Το ArcadiaPortal.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά, συκοφαντικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.