Γιορτές και χαιρετούρες: Οι επισκέψεις στα Τροπαιάτικα σπίτια, 1960-1970

Time to read
less than
1 minute
Read so far

Γιορτές και χαιρετούρες: Οι επισκέψεις στα Τροπαιάτικα σπίτια, 1960-1970

Μάρτιος 04, 2017 - 19:22
0 σχόλια

Η πιο σημαντική γιορτή σε κάθε σπίτι ήταν η μέρα της ονομαστικής εορτής του νοικοκύρη. Οι ετοιμασίες άρχιζαν από μέρες, με γενικό καθαρισμό του σπιτιού. Περνούσαν με ώχρα το πάτωμα, έστρωναν τα καλά τους κιλίμια και στόλιζαν το σπίτι με τα νέα τους κεντητά σεμεδάκια, που τα έβλεπες παντού: στο τραπέζι, στο σερβάν, στις καρέκλες, στον καναπέ, στη ραπτομηχανή, ακόμα και πάνω στο ραδιόφωνο που ήταν στερεωμένο με μια βασούλα στη μεσάντρα. Για το καλό, έμπαινε στο τραπέζι του σαλονιού και το βάζο με τα τσετσέκια και τα χρυσάνθεμα που είχαν κοπεί από την αυλή. Φυσικά, συγυριζόταν κι ασβεστωνόταν η αυλή, κλαδεύονταν οι τριανταφυλλιές, τα βάγια, μαζεύονταν τα πεσμένα φύλλα, και γενικά γινόταν κάθε ενέργεια που θα έδινε καλή εντύπωση στους επισκέπτες την ημέρα της γιορτής. Τη νοικοκυρά την απασχολούσε ιδιαίτερα το σόι του άντρα που θα μαζευόταν εκείνη τη μέρα, και δεν διανοούνταν να την πουν ακαμάτα. Έτσι κι αλλιώς, πάντως, οι Τροπαιάτισσες φημίζονταν για τη νοικοκυροσύνη τους.

Το γλυκό που παραδοσιακά σερβιριζόταν ήταν ο μπακλαβάς. Τον ετοίμαζε με μεγάλη επιμέλεια η νοικοκυρά, με μπόλικα φύλλα και στρώσεις από καρύδι και κανέλα, ενώ πριν απ’ το ψήσιμο έβαζε κι ένα καρφάκι γαρίφαλο σε κάθε κομμάτι. Μεγάλη τέχνη απαιτούσε το σιρόπιασμα, γιατί με το καυτό σιρόπι λασπώνει το γλυκό, ενώ με το κρύο δεν ποτίζει. Οι νεότερες νοικοκυρές, αντί για μπακλαβά, που είναι μπελαλίδικος, έφτιαχναν παντεσπάνι ή γατό (παντεσπάνι με κανέλα).

Τη μέρα της γιορτής άνοιγαν το σαλόνι, που σε πολλά σπίτια το κρατούσαν κλειδωμένο τον υπόλοιπο καιρό, συμπλήρωναν καρέκλες από τους γειτόνους και περίμεναν. Τα σπίτια που γιόρταζαν άφηναν τα φώτα της σάλας, της εισόδου και των μπαλκονιών αναμμένα, οπότε και μόνο απ’ αυτό ήξερες ποιος γιορτάζει.

Κάθε επισκέπτης που κατέφθανε, έφερνε συνήθως για δώρο ένα μπουκάλι Βερμούτ, ή λικέρ, ή ένα κουτί σοκολατάκια. Οι στενοί συγγενείς, συνήθως σε αρρεβώνες και γάμους, έφερναν και γλυκά, σε συνεννόηση με τη νοικοκυρά («Εγώ θα φτιάξω μπακλαβά. Φέρε εσύ παντεσπάνι, ή κουραμπιέδες, ή καρυδόπιτα κτλ.»). Τα πεσκέσια έρχονταν σε μεγάλες πιατέλες και είχαν σχήμα κώνου, σκεπασμένα με διαφανή ζελατίνα και δεμένα με ασορτί κορδέλες, υλικά που υπήρχαν στα μπακάλικα.

Μερικοί επισκέπτες, καθώς κατέφθαναν φώναζαν από μακριά: «Πού ’στε, βρε νοικοκυραίοι;» Έβγαινε η νοικοκυρά να τους προϋπαντήσει και τους οδηγούσε στη σάλα. Εκεί ο εορτάζων διέκοπτε την κουβεντούλα με τους άλλους, σηκωνόταν και καλοχαιρετούσε: «Καλώς μου τα!» «Να μας ζήσεις σαν τα ψηλά βουνά, πολύχρονος!» του εύχονταν οι επισκέπτες κι έπαιρναν τη θέση τους – οι άντρες στο σαλόνι, οι γυναίκες συνήθως με τη νοικοκυρά στην κουζίνα. Πρώτη δουλειά ήταν να βγει η φοντανιέρα με τα σοκολατάκια, που οι άντρες συνήθως περιφρονούσαν, κι ακολουθούσε το λικεράκι, μαστίχα ή τριαντάφυλλο, που μου άρεσε και το έπινα κρυφά γεμίζοντας το καπάκι του μπουκαλιού. Σε πολλές περιπτώσεις ακολουθούσε φαγητό, συνήθως ψητό στο φούρνο με πατάτες. «Έτσι για το καλό, ρε παιδιά», εξηγούσε ο νοικοκύρης, «δεν είναι τίποτα σπουδαίο, ένα ποτήρι κρασί να πιούμε».

Είπαμε: αφορμή για γλέντι ψάχνανε οι Τροπαιάτες – δεν θα γιορτάσουν τον αδερφό τους, το συγγενή τους; Κι άρχιζε λοιπόν, μουρμουριστά στην αρχή κι ύστερα σε πλήρη ένταση, το τραγούδι:

Αφήστε με να καίγομαι 
μόνος και μοναχός μου, 
πιπίνι μου, πιπίνι μου,
αχ διαμάντι και ρουμπίνι μου.

Πονάς εσύ, πονώ κι εγώ, 
τα δυο ’χουμ’ έναν πόνο, 
τσετσέκι μου, τσετσέκι μου, 
αχ να σ’ είχα στο γιλέκι μου.

Μα ’γώ τον έχω στην καρδιά, 
εσύ στα χείλη μόνο,
γαλιάντρα μου, χρυσό πουλί, 
αχ που κελαηδείς κάθε πρωί.

Αν ήσουν άνθρωπος εσύ
και πόναγες για μένα,
γαλιάντρα μου, δεν νταγιαντώ 
αχ τον εδικόνε σου καημό.

Λυπήσου με το δυστυχή, 
τα δάκρυα που χύνω, 
γαλιάντρα μου, κελάηδησε 
αχ γιατ’ η καρδιά μου ράγισε.

Εν τω μεταξύ, από νωρίς εμείς τα παιδιά ξαμολιόμαστε να χαιρετήσουμε, κατά το έθιμο, τους νοικοκύρηδες που γιόρταζαν – στην ουσία, μπας και μας φιλέψουνκάνα γλυκό της προκοπής. Τ’ Αγιοδημητριού, εγώ πάω παρέα με τον Τάκη, χτυπάμε την πόρτα του εορτάζοντα και λέμε: «Χρόνια πολλά του θείου, θεία!» Αλλού μας βάζουν μέσα και μας σερβίρουν, αλλού μας δίνουν στο χέρι σοκολατάκια-μαργαρίτες, που τα πουλάγανε στα μπακάλικα, συνήθως όμως κουραμπιέδες – τόσο πολλούς, που στο τέλος μπουχτίζαμε και τους πετούσαμε στους τοίχους.

Χαιρετήσαμε καμπόσους και φεύγοντας από τον Μήτσιο τον Τρίγκα ανηφορίσαμε για του Σταυρέα, που τον αφήσαμε τελευταίο. Ήξερα πως η κυρα-Χάιδω έφτιαχνε παντεσπάνι σχεδόν δέκα πόντους παχύ, με μπόλικο σιρόπι, και στη σκέψη και μόνο με είχαν πάρει τα σάλια. Χτυπάμε, μας ανοίγει η γειτόνισσα και μας βάζει στη σάλα. Μας φέρνει το νερό και καλοχαιρετάμε: «Χρόνια πολλά του θείου, να τον χαίρεστε!» Ακολουθεί ο δίσκος με τα πολυπόθητα γλυκά. «Τάκη, γλυκάκι;» ρωτάει η Χάιδω. «Όχι, θεία, είμαστε τίγκα», λέει ο Τάκης. Δαγκώνομαι, πρασινίζω, κοκκινίζω, τι έπαθε, λέω μέσα μου. «Λάκη, εσύ;» «Όχι, θεία, έχω σκάσει», λέω δείχνοντας την κοιλιά μου. «Δεν μπορεί, θα φάτε ένα γλυκάκι». «Όχι, όχι, ευχαριστούμε», λέμε κι οι δυο. «Ε, τότε πάρτε για το καλό κουραμπιέδες να τους φάτε αύριο», μας λέει η Χάιδω. Χαιρετάμε και φεύγουμε τρέχοντας. Μόλις φτάνουμε στο δρόμο, μου λέει ο Τάκης: «Μαλάκα μου, να μας το ’λεγε άλλη μια φορίτσα, θα το παίρναμε!»

Δεν πειράζει, φίλε Τάκη, και να το είχαμε φάει, θα το ’χαμε ξεχάσει. Μήπως θυμάσαι τι μας κέρασε η Τρίγκαινα; Άλλωστε δεν τελειώσαμε. Πάμε στην κυρα-Σοφία του Μήτσιου του φωτογράφου – μας περιμένει ένα αυτοκρατορικό κομμάτι μπακλαβά, με σαράντα φύλλα και γαρίφαλο!

(Από το βιβλίο «Όμορφα Χρόνια» του Θεόδωρου Νίτσου, Φωτογραφία Γεωργία Νικολοπούλου-Σχίζα)


Προσθήκη νέου σχολίου

Το ArcadiaPortal.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά, συκοφαντικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.