Απόκριες στην Ασέα αρχές δεκαετίας ΄60

Time to read
less than
1 minute
Read so far

Απόκριες στην Ασέα αρχές δεκαετίας ΄60

Φεβρουάριος 09, 2018 - 16:00
0 σχόλια
Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ‘60. Η Ασέα σφύζει από ζωή. Τα σπίτια όλα ανοικτά. Η ατμόσφαιρα γεμάτη ευχάριστες μυρωδιές από το ψήσιμο του ψωμιού και το κακάβωμα (βράσιμο) της κατσαρόλας. Οι δρόμοι γεμάτοι κότες, γουρούνια, ζα και γιδοπρόβατα. Η Ασέα βοά σαν μεγάλο μελίσσι εν πλήρη λειτουργία. Οι γειτονιές ζωντανεύουν από τα ξεφωνητά, κλάματα και τσιρίσματα των παιδιών και κοπάζουν όταν ακουστεί το σήμαντρο του σχολείου . Τα παιδιά ξυπόλυτα με ένα ξύλο στο χέρι, για την σόμπα του σχολείου, τρέχουν να προλάβουν να μπούνε στην τάξη.
 
Ο Ασεάτικος ουρανός αυλακώνεται από το πέταγμα και τις κάθετες βουτιές των κιρκινεζιών (είδος μικρόσωμων γερακιών), προσφέροντας ένα υπέροχο θέαμα. Ο τσοπανάκος στον βράχο της ταμπούρας έξω από την σουραυλωτή φωλιά του έχει αρχίζει να παίζει την φλογέρα του. Τα καφενεία γεμάτα και ο οίνος ρέει ακράτητος, τις περισσότερες φορές ξεροσφύρι. Σε λίγο οι μερακλήδες θα αρχίσουν το σιγανό τραγούδισμα και μετά από δυο τρία ποτηράκια που ζεσταίνεται το λαρύγγι, τα βραστά (τραγούδια της τάβλας) δίνουν και παίρνουν.
 
Οι αρχές του χωριού κάνουν αισθητή την παρουσία τους. Ο ειρηνοδίκης συζητάει με τους αγροφύλακες παρουσία του αστυνόμου. Σάββατο σήμερα, λειτουργεί το ειρηνοδικείο στη Ασέα και υπάρχει κοσμοσυρροή και από άλλα χωριά. Ένας χωροφύλακας επιθεωρεί τις αυλές, αν είναι καθαρές. Τώρα έχει πιάσει κουβέντα με το Ματινάκι την δασκάλα οικοκυρικής. Την γυροφέρνει, αλλά το Ματινάκι βράχος. Ένας άλλος έφυγε με το λεωφορείο του Μπότη για Τρίπολη και ο τρίτος παραμένει στο σταθμό χωροφυλακής και εκδίδει πιστοποιητικά για αυτούς που ετοιμάζονται να φύγουν για την μαύρη ξενιτιά. Ο μπαρμπαγιάννης ο διανομέας με την τσάντα του παραμάσχαλα, γυρίζει από σπίτι σε σπίτι κα παραδίδει τα γράμματα και τα τηλεγραφήματα που του είχε δώσει ο τηλεγραφητής..
 
Μπαίνουμε σιγά σιγά στη άνοιξη. Η φύση αναπλάθεται. Τα καταράχια πρασινίζουν και τα αρμολούλουδα (αγριοκιτρινολούλουδα), τους δίνουν μια γλυκιά κίτρινη χροιά. Οι μυγδαλιές έχουν ήδη ανθίσει και τα μανουσάκια στην μπελούσια σηκώνουν σιγά σιγά το ανάστημά τους. Σε λίγο του δάσκαλου η βρύση (τοποθεσία στην μπελούσια με την ομώνυμη πηγή) θα μοσχοβολάει από το μεθυστικό άρωμα τους. Σκύβεις να πιεις νερό και το άρωμά τους απλώνεται πάνω σου σαν βελούδο και διαρκεί για ώρες σαν τα ακριβά γαλλικά αρώματα. ΟΙ τσοπάνηδες αρχίζουν να σκαρίζουν τα πρόβατα και το κουδούνισμα από τα τροκάνια και τσοκανάκια, καθώς και ο σάλαγος (θόρυβος) που αφήνει το κοπάδι, σου δίνουν την αίσθηση ότι παρακολουθείς ορχήστρα με κρουστά. Με το ξημέρωμα όλο το χωριό βρίσκεται στο πόδι. Η κατσαρόλα με τον ζαμπλαρίκο (τραχανά ) ήδη βράζει. Σε λίγο ένα τζαρρρ θα ακουστεί, είναι το άρτυμά του με καυτή λίγδα. Τα άλογα ή τα γαϊδορομούλαρα σαμαρώνονται και ετοιμάζονται για τις καθημερινές δουλειές ρουτίνας. Οι κάμποι γεμάτοι κόσμο. Προετοιμάζονται τα χωράφια για την σπορά του αραποσιτιού και το φύτεμα της πατάτας, σκαλίζονται τα κουκιά, ξεβοτανίζονται τα σκόρδα και Κλαδεύονται και σκάβονται τ’ αμπέλια. Με το πέσιμο του ήλιου αρχίζει η επιστροφή στο χωριό. Καραβάνια τα αλογογαϊδορομούλαρα στους δρόμους της Άϊ Κυριακής και του Γκίνη. Η κούραση αισθητά ζωγραφισμένη στα μάτια όχι μόνον των νοματαίων αλλά και των ζώων. Φτάνουν στο σπίτι, ξεφορτώνουν και ξεσαμαρώνουν τα άλογα. Τα βάζουν στο κατώι και τα παχνιάζουν. Ταϊζουν μακτό (πίτουρα σε χλιαρό νερό) το γουρούνι, αρμέγουν την γίδα και ρίχνουν δυο τρεις χούφτες καλαμπόκι στις κότες πριν μπουν στο κοτέτσι. Τα σπουργίτια κατά μπουλούκια ορμούν να αρπάξουν και αυτά κανά σπυρί. Τέλος κατάκοποι μπαίνουν στο κονάκι τους, βάζουν μια μπουκιά στο στόμα τους και πέφτουν στο ντιβάνι ξεροί. Τα παιδιά στρωματσάδα στο πάτωμα.
 
Σήμερα όμως η ημέρα είναι ξεχωριστή. Είναι απόκριες. Είναι μια ανάπαυλα για ξεκούραση γλέντι και φαγοπότι.
 
Η λέξη απόκρια ετυμολογικά σημαίνει αποχή από το κρέας (από-κρεως). Περικλείει όμως και λαογραφικά στοιχεία που σχετίζονται με παραδόσεις και έθιμα και σε αυτά θα εστιάσουμε. Θα αναφερθούμε δηλαδή στα έθιμα και τις παραδόσεις που επικρατούσαν στο χωριό μας και στις γύρω περιοχές τις ημέρες των αποκριών στην δεκαετία του 60 τότε που τα χωριά μας ήταν ζωντανά, όπως αναφέρω πιο πάνω, και όχι πεθαμένα όπως είναι σήμερα. Οι κάτοικοι λιγοστοί, ελάχιστα μέχρι καθόλου κατοικίδια ζώα και η πανίδα περιορίζεται στα ποντίκια, κουνάβια και αγριογούρουνα. Ακόμη και η χλωρίδα έχει επηρεαστεί. Τα μανουσάκια δεν φυτρώνουν πια στην μπελούσια, επίσης τα λελέκια που φύτρωναν στην πλαγιά στου δάσκαλου την βρύση έχουν εξαφανιστεί, τα μυρώνια, αν όχι εξαφανισμένα, δυσεύρετα. Τέλος πάντων παρασύρθηκα ας επανέλθουμε στο θέμα μας. Οι μεγαλύτεροι, αλλά και οι γύρω από τη ηλικία μου, αυτά που θα αναφέρω για τις απόκριες, σίγουρα τα γνωρίζουν, απλώς θα τους τα ξαναθυμίσω. Όσον για τους νεολαίους, μόνο που θα δούνε τον τίτλο και το μακροσκελές κείμενο μάλλον θα το προσπεράσουν. Δράττομαι λοιπόν της ευκαιρίας, εν όψει των επερχόμενων αποκριών, να σας ταξιδεύσω μερικές δεκαετίες πίσω και να σας βάλλω στο κλίμα εκείνων των ημερών.
 
Οι νοικοκυρές δυο τρεις ημέρες πριν την μεγάλη ημέρα, Κυριακή της Τυρινής, έκαναν τις απαραίτητες προετοιμασίες και το κουμάντο τους για το μεγάλο φαγοπότι και το ξεφάντωμα που θα επακολουθούσε. Στο χωριό είχαμε το έθιμο να μην αποκρέβουμε (συντρώγουμε) μόνοι μας, αλλά με άλλους συνδαιτυμόνες συγγενείς, φίλους ή γείτονες. Κάθε νοικοκυρά μαγείρευε τα δικά της φαγητά και κατόπιν συνεννόησης συγκεντρώνονταν σε κάποιο σπίτι όλοι μαζί, όπου θα λάμβανε χώρα το μεγάλο τσιμπούσι, μεταφέροντας η κάθε οικογένεια και τα δικά της εδέσματα, καθώς και άφθονο κρασί. Κόκορας πρωτογιάχνι με μακαρονάδα είχε την τιμητική του. Επίσης λαγός στιφάδο ήταν η πρώτη στη σειρά επιλογή για λίγους όμως, διότι λόγω έλλειψης κυνηγητικών όπλων δεν υπήρχαν και πολλοί κυνηγοί. Το δείπνο ξεκινούσε γύρω στις 6 με 7 η ώρα το βράδυ της Κυριακής. Μη ξεχνάμε η Ασέα τότε δεν ήταν ηλεκτροδοτούμενη.
 
Το πρωί της Κυριακής με το κτύπημα της πρώτης καμπάνας ο κόσμος έτρεχε να εκκλησιαστεί. Η εκκλησία ασφυκτικά γεμάτη, ακόμη και ο γυναικωνίτης. Ιερέας ο παπά-Θανάσης, Δεξιός ψάλτης ο Συκώτης (Χρήστος Μπομπολής). Άριστος γνώστης του τυπικού της λειτουργίας και σαν καλός Σαμαρείτης, στήριγμα του παπά-Θανάση για 40 και πλέον συναπτά έτη, με αμοιβή μόνο την πίστη του και την ικανοποίησή του να υπηρετεί τον οίκο του θεού και τους Ασεάτες. Μετά την λειτουργία και τις καθιερωμένες ευχές για καλές αποκριές οι πιστοί γύριζαν στα σπίτια τους και ετοιμάζονταν για τα παιχνίδια που θα ακολουθούσαν.
 
Οι γυναίκες κατάλληλα ντυμένες για την περίσταση, κυρίως φορούσαν κομμάτια από παραδοσιακές στολές, φουστάνι (υφαντή φούστα κλαρωτή, αλατζάς, κεντητή), κίτρινη κεντητή μαντήλα και μεσίνα στο λαιμό (φουλάρι), συμμετείχαν στα διάφορα παιχνίδια που είχαν διοργανωθεί για το σκοπό αυτό, ανά ρούγα . Τα παιχνίδια που παίζανε ήταν: Πετάει-πετάει, κολοκυθιά, τόκας, λελέκι, καραβάνα και την περίφημη Λευτέρω[i]. Επίσης οι γεροντότερες κάνανε και χωρατά, λέγανε αινίγματα με αλληγορική σημασία που παρότι ότι σε οδηγούσαν σε σεξουαλικά υπονοούμενα, εν τούτοις η λύσις τους ήταν αθώα. Μετά το πέρας των παιχνιδιών, άρχισαν το χορό τραγουδώντας, πως το τρίβουν το πιπέρι, έλα βρε Χαραλάμπη να σε παντρέψουμε, την Αντώνα την πλατώνα κτλ
 
Οι άνδρες συνήθως έπαιζαν τις λεγόμενες αμάδες,[ii] αλλά υπήρχαν και άλλα παιχνίδια, όπως το μπίζ, μακριά γαΪδούρα, καλόγερος, τυφλοπόντικας, γουβίτσα (λακκί) κτλ.
Τα παιχνίδια με υποσημείωση περιγράφονται στο τέλος.
 
Ύστερα από λίγο έβγαιναν οι μασκαράδες. Άνδρες και γυναίκες μεταμφιεσμένοι σε άτομα και επαγγέλματα που μπορούσαν εύκολα να σατιριστούν όπως : Γύφτοι, γύφτισες, καλόγεροι, παπάδες με αγιαστούρες, γιατροί, δικαστές, μαμές, γυναίκες γκαστρωμένες και πολλά άλλα. Οι γυναίκες συνήθως μασκαρεύονταν σε άνδρες, ενώ οι άνδρες σε γυναίκες. Οι μασκαράδες βγαίνανε ανά ομάδες, πραγματοποιώντας σε κάθε γειτονιά διάφορα σκετσάκια, σατιρίζοντας το επάγγελμα που αντιπροσώπευαν ,αφήνοντας πολλά υπονοούμενα, αυτοσχεδίαζαν, τραγουδούσαν διάφορα αθυρόστομα τραγούδια, τα λεγόμενα αποκριάτικα, αστειεύονταν και πείραζαν τον κόσμο. Οι νοικοκυρές χαχανίζοντας τους κέρναγαν κρασί με μεζέ (γίδα βραστή) και τους ξεπροβόδιζαν ευχαριστημένες. Οι μεταμφιεσμένοι σε γύφτους φορούσαν κουρελιασμένα ρούχα, ήταν μουτζουρωμένοι στο πρόσωπο και με ένα τροχό στον ώμο, έκαναν τον τροχιστή. Άλλοι με δυο τρία μπακίρια μέσα σε τσουβάλι, έκαναν τον γανωματή. Άλλοι τον τσαμπάση ζώων και μερικοί τον γύφτο με την αρκούδα κλπ. Οι καλόγεροι και οι παπάδες και οι λοιποί μασκαράδες , δικαστές, γιατροί κτλ, κατάλληλα μεταμφιεσμένοι, έκαναν ανάλογα σκετσάκια σατιρίζοντας την συμπεριφορά και στάση αυτών σε θέματα που άπτονταν της δικαιοδοσίας τους.
 
Είναι σαν να βλέπω τώρα μπροστά μου, τόσο έντονα έχουν χαραχθεί αυτές οι εικόνες στο παιδικό μου μυαλό, τον Εικοσιπεντάρη (Νίκο Πουλόπουλο) ντυμένο γύφτο με ένα σακάκι φορεμένο ανάποδα και μπενοβράκι, μουτζουρωμένος στην μούρη με καπνιά από το τζάκι και με ένα τσουβάλι στον ώμο, ανοικτό όπως η νάκα έχοντας ένα ταψί μέσα, να κάνει τον γανωματή. Λίγο πιο πέρα τον Κώστα τον Καβουρίνο (Κώστα Λαμπρόπουλο), το ίδιο περίπου και αυτός μεταμφιεσμένος με τον τροχό στον ώμο, τον οποίο είχε φτιάξει μόνος του, να κάνει τον ακονιστή, πίσω ακολουθούσε ο Γιωργάκης ο Συκώτης, (Γεώργιος Μπομπολής) με κανά δυο τριχιές στον ώμο τραβώντας ένα γάϊδαρο παριστάνοντας το τσαμπάση. Τον Βανίλια (Βασίλη φράγκο-κούτρη) με ένα γαϊδοροπούλι για αρκούδα κατάλληλα και οι δύο μασκαρεμένοι με το ντέφι στο χέρι, να κάνει τον γύφτο με την αρκούδα. Η αποθέωση όμως ήταν ο Καλατζής (Αθανάσιος Τζούμης) ντυμένος τσιγγάνα. Μια τσιγγάνα να την πιείς στο ποτήρι. Ψηλός, λεπτός και ευθυτενής όπως ήταν ντυμένος κατάλληλα και σκεπασμένο το πρόσωπο με μεσίνα (μεγάλο μεταξωτό μαντήλι), αφήνοντας μόνο τα μάτια να φαίνονται, φάνταζε σαν φλογερή, θελκτική, και αισθησιακή καλλονή. Όταν δε άφηνε το κορμί του να παρασύρεται και να λικνίζεται στο ρυθμό του τσιφτετελιού κτυπώντας με το ένα χέρι τα κουτάλια ρυθμικά, κόλαζε ακόμη και παπά. Ήταν ένας από τους καλύτερους χωρατατζήδες που αυτοσχεδίαζε και έλεγε έξυπνα και πετυχημένα αλληγορικά λογοπαίγνια, που παρότι έκρυβαν υπονοούμενα, τα έλεγε κατά τέτοιο τρόπο που δεν έθιγαν ούτε πρόσβαλαν.
 
Λίγο πιο πέρα στην άλλη γειτονιά, γίνεται χαμός, παραλήρημα από τα ξεφωνητά, γέλια και χαχανίσματα των γυναικών. Η Παρασκευή Ζιόλα (Παρασκευή Κική) έχει ντυθεί άνδρας. Μουστάκι, μούσι, τραγιάσκα στο κεφάλι για να κρύβει τα μαλλιά της, κουστουμιά ατσαλάκωτη, παπούτσι λουστρίνι και απέξω καμπαρτίνα, αλλά ως προς τι ο χαμός; Στα σκέλια της έχει κρεμάσει δυο κρεμμύδια και στην μέση ένα λουκάνικο. Κάθε τόσο ανοίγει την καμπαρτίνα, όπως ο επιδειξίας και εκεί γίνεται ο χαμός. Οι γυναίκες επικεντρώνονται στο συγκεκριμένο σημείο και η σάτιρα ένθεν και ένθεν δίνει και παίρνει. Πίσω ο Κώστας ο Τσούκας (Κώστας Τσούτσουβας) ντυμένος γυναίκα με μια κοιλιά τούρλα, τουλάχιστον 7 μηνών και με ένα εικονικό μωρό στην νάκα που συνέχεια κλαίει και κάνει πως το βυζαίνει χαρίζει επίσης άφθονο γέλιο.. Πιο πίσω και άλλοι και άλλοι, που θα χρειάζονταν ώρες για να τους αναφέρω. Απλώς ανέφερα μερικά στιγμιότυπα για να σας δώσω μια εικόνα. Θα πρέπει να αναφέρω εδώ ότι τα μεγάλα γκρούπ τα συνόδευαν συνήθως οι τοπικοί κλαριτζήδες. Μαλλιαρόνικας (Νικόλαος Μαλλιάρας), Μητσοπουλόγιαννης (Ιωάννης Οικονόμου) και ο Λεβεντάκης (Κώστας Βασιλόπουλος) με το νταούλι, γιατί απόκριες χωρίς νταούλι δεν γίνονται. Επίσης ορισμένοι μασκαράδες άλλαζαν μεταμφίεση κατά την διάρκεια της ημέρας για να θολώνουν τα νερά..
 
Οι μεταμφιεσμένοι κρυμμένοι πίσω από την μπαρμπούτα (προσωπείο) χρησιμοποιούσαν λεξιλόγιο και χειρονομίες που έσπαγαν το κατεστημένο και ξεπερνούσαν την καθημερινή τάξη των πραγμάτων, αγγίζοντας το άσεμνο και πολλές φορές το χυδαίο. Την ημέρα της αποκριάς σχεδόν όλα επιτρέπονταν, δεν υπήρχαν ηθικοί φραγμοί. Οι μεταμφιεσμένοι ένιωθαν απελευθερωμένοι από τον καθωσπρεπισμό και τη σοβαροφάνεια τους, με αποτέλεσμα να λένε και να κάνουν πράγματα που δεν θα τολμούσαν να σκεφθούν να κάνουν με φανερό πρόσωπο. Μέσα σε αυτή την πανηγυρική τελετή της ανωνυμίας οι χειρονομίες σε ευαίσθητα σημεία ήταν κοινή πρακτική. Οι μεταμφιεσμένοι στη προσπάθειά τους δήθεν να ανακαλύψουν αν πρόκειται περί ανδρός ή γυναικός, χούφτωναν αφειδώς και μάλιστα χωρίς αιδώ. Οι γυναίκες του χωριού που τον υπόλοιπο χρόνο πρόσεχαν να μην δώσουν δικαίωμα και γίνουν ανδρικής συζήτησης και κουτσομπολιού, διασκέδαζαν με τα τολμηρά αστεία των ανδρών και τα ανταπέδιδαν με ελευθεροστομία.
Θα μπορούσα να αναφέρω πάμπολλα τέτοια παραδείγματα, καθώς και τα έμμετρα λογοπαίγνια και αποκριάτικα τραγούδια που ακούγονταν την ημέρα της αποκριάς αλλά επειδή στην δημοσίευση μου μπορούν να έχουν πρόσβαση και μικρά παιδιά το αποφεύγω.
 
Ενδεικτικά αναφέρω ένα τραγούδι.
 
Όλοι θα θυμούνται το αποκριάτικο τραγούδι: Θεια μου Νικολάκαινα, το ένα μου νύχι με πονεί και το άλλο μου νύχι με σφάζει. Μωρ που τσακίστηκες μωρή , στου αρχιδιάκου την αυλή κτλ. Αυτό το τραγούδι με τα σωστά κοψίματα και παύσεις δίνει άλλο νόημα, όταν δεν ολοκληρώνεται η λέξη και άλλο όταν ολοκληρώνεται και όμως αυτό το τραγουδούσαν συνήθως οι γυναίκες, όπως και άλλα πιο καυστικά και πιο ακραία.
Με το ένα, με το άλλο και ιδιαίτερα όταν υπάρχει διασκέδαση ο χρόνος κυλάει γρήγορα, για κείνο και ο σοφός λαός μας λέει ‘τα καλά πράγματα διαρκούν λίγο’. Έχει πέσει το δείλι. Ο Ασεάτικος ήλιος σκαπετάει πίσω από το Αϊ Λια. Οι τσοπαναραίοι μαζεύονται σιγά σιγά. Οι γειτονιές κοπάζουν από την βαβούρα της έντονης διασκέδασης . Η νύκτα απλώνει σιγά σιγά το μαύρο της πέπλο και τα πρώτα αστέρια κάνουν την εμφάνισή τους στον καταξάστερο Ασεάτικο ουρανό. Οι πετρελαιόλαμπες και τα λυχνάρια έχουν ήδη ανάψει.Τα σπίτια στα οποία θα μαζευτούν οι φίλοι και οι συγγενείς να αποκρέψουν είναι πιο φωτισμένα από τα άλλα. Τα σοκάκια της Ασέας φωτίζονται από τα φανάρια των συντοπιτών που πάνε με τα φαγητά ανά χείρας, σε άλλα συγγενικά ή φιλικά σπίτια να συνφάγουν και να αποκρέψουν. Απλώνονται όλα τα φαγητά στο τραπέζι, κάνουν τον σταυρό τους και αρχίζει η οινοφαγία. Κατά την διάρκεια του δείπνου, σχολιάζονται τα δρώμενα της ημέρας και αναφέρονται σε διάφορα αστεία περιστατικά και ιστορίες που είχαν συμβεί την ημέρα της αποκριάς παλαιότερα. Επίσης στοιχηματίζουν κατά την διάρκεια του δείπνου με τις γιάντες[iii]. Μετά αρχίζουν τα τραγούδια της τάβλας, ενώ στο τζάκι μπροστά από την θράκα έχουν βυθιστεί σε ελαφρό στρώμα στάχτης, για να στέκονται όρθια, αυγά κατά σειρά ονοματισμένα με τα ονόματα όλων των συνδαιτυμόνων και συγγενών που βρίσκονταν στην ξενιτειά. Καθώς τα αυγά ζεσταίνονται αρχίζουν να ιδρώνουν. Όσα αυγά δεν ίδρωναν έλεγαν το άτομο αυτό θα αρρωστήσει, όσα δε έσκαγαν (εκρήγνυνταν) έλεγαν ότι το συγκεκριμένο άτομο θα πεθάνει.
 
Το διάβασμα του οστού της σπάλας του μαγειρεμένου ζώου ήταν μια άλλη μαντική μέθοδος για να προφητεύσουν το μέλλον. Οι γεροντότεροι έπαιρναν την σπάλα την σήκωναν ψιλά στο φως της πετρελαιόλαμπας και παρατηρούσαν τις διάφορες σκιές και σημάδια της, όπως ο γιατρός την ακτινογραφία και έβγαζαν τα συμπεράσματα τους .
 
Τέλος με το δεύτερο λάλημα του αλέκτορα μαζεύανε τα κατσαρολικά τους και μερικά αποφάγια ή μεινεμένα φαγητά για τις κότες ,το γουρούνι, το σκυλί και την γάτα και με το φανάρι στο χέρι τραγουδώντας, ’ Πέρασαν και οι αποκριές τι άλλο καρτερούμε, να δώσει ο χρηστός και η παναγιά καλή λαμπρή να βρούμε’, παίρνανε τον δρόμο της επιστροφής με γεμισμένες τις μπαταρίες τους από διασκέδαση και ξαναμπαίνανε στην καθημερινή τους ρουτίνα, περιμένοντας το Πάσχα που ήταν μια άλλη ανάπαυλα για ξεκούραση και διασκέδαση.
 
Περιραφή παιχνιδιων
[i] Η Λευτέρω παιζόταν ως εξής: Έκαναν ένα μεγάλο κύκλο. Στο μέσο του κύκλου τοποθετούσαν μια μεγάλη κοτρώνα (μεγάλο λιθάρι). Επάνω στην κοτρώνα τοποθετούσαν μια μικρότερη πέτρα,’. Μέσα στο κύκλο κατόπιν κλήρωσης έμπαινε μια γυναίκα παίκτρια που την αποκαλούσαν Λευτέρω. Οι παίκτριες έξω από τον κύκλο με ένα λιθάρι στο χέρι προσπαθούσαν να κτυπήσουν την μικρή πέτρα που ήταν τοποθετημένη επάνω στην κοτρώνα και να την απομακρύνουν. Όταν μία παίκτρια έριχνε την πέτρα κάτω από την κοτρώνα έπρεπε να τρέξει μαζί με τις άλλες παίκτριες που είχαν αστοχήσει να ρίξουν την πέτρα να πάρουν την πέτρα τους και να βγουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν έξω από τον κύκλο. Η Λευτέρω, ταυτόχρονα έπρεπε να τρέξει να πάρει την μικρή πέτρα να την τοποθετήσει στην κοτρώνα και να τρέξει να πιάσει κάποια παίκτρια που δεν πρόλαβε να βγει από τον κύκλο . και να γίνει αυτή Λευτέρω. Το παιχνίδι αυτό ήταν αρκετά επικίνδυνο, διότι όταν κρατάς ένα λιθάρι στο χέρι σου μπορεί να το ορίζεις, άμα όμως το πετάξεις παύεις να το ορίζεις, έτσι στην προσπάθειά τους οι παίκτριες να ρίξουν την πέτρα από την κοτρώνα τους ξέφευγε το λιθάρι ή κτύπαγε στην κοτρώνα και εξοστρακιζόταν με αποτέλεσμα να σκάζει στα καλάμια(πόδια) ή στα κεφάλια άλλων παικτριών και κυρίως της Λευτέρως.
 
[ii] Στις Αμάδες οι παίκτες Χωρίζονταν σε δύο ομάδες με ίδιο αριθμό παικτών η κάθε ομάδα. Τραβούσαν μία ευθεία γραμμή και σε απόσταση περίπου 6 με 8 μέτρα από την γραμμή έμπηγαν στο έδαφος κάποιο σίδερο που το αποκαλούσαν το πίτσι. Ο κάθε παίκτης ήταν εφοδιασμένος με μια πλακουδή πέτρα την “αμάδα”. Οι παίκτες κάθονταν πίσω από την γραμμή και προσπαθούσαν να πετάξουν την αμάδα τους όσο πιο κοντά γίνεται στο πίτσι. Οι παίκτες παίζανε εναλλάξ. Όταν κάποια αμάδα πλησίαζε πολύ κοντά στο πίτσι, οι αντίθετοι παίκτες προσπαθούσαν να την κτυπήσουν και να την απομακρύνουν. Ο κάθε παίκτης είχε δικαίωμα να ρίξει μόνο μία φορά την αμάδα του. Στο τέλος η ομάδα που είχε τις περισσότερες αμάδες κοντά στο πίτσι κέρδιζε. Το έπαθλο ήταν κρασί και κανα μεζεκλίκι στα κοντινά μαγαζιά.
 
[iii] Γιάντα λέγανε ένα διχαλωτό κοκαλάκι (φούρκα)που βρίσκεται στο μπροστινό μέρος του στήθους του κοτόπουλου. Αυτό το κοκαλάκι το έπιαναν οι παίκτες, ο ένας από την μια μεριά και ο άλλος από την άλλη το τράβαγαν και το έσπαγαν. Το στοίχημα ήταν ότι κανένας παίκτης από τους δυο τους δεν έπρεπε να πάρει ή να δώσει κάποιο αντικείμενο στον άλλο συμπαίκτη του, χωρίς να πει πρώτα την λέξη γιάντες, αν συνέβαινε αυτό, ο παίκτης που δεχόταν ή έδινε το αντικείμενο στον άλλο, χωρίς να πει πρώτος γιάντες έχανε το στοίχημα.

 

Από την σελίδα στο facebook Ασέα

Προσθήκη νέου σχολίου

Το ArcadiaPortal.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά, συκοφαντικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.