Οι Αρβανίτες, ο αλβανικός εθνικισμός και η Ακρόπολη

Time to read
less than
1 minute
Read so far

Οι Αρβανίτες, ο αλβανικός εθνικισμός και η Ακρόπολη

Νοέμβριος 02, 2016 - 18:00
10 σχόλια

Αρβανίτες εύζωνοι

Μέσα σε τρεις μήνες, τρία «επεισόδια» δημιούργησαν έναν πόλεμο ανακοινώσεων ανάμεσα στην ελληνική και στην αλβανική κυβέρνηση: το ζήτημα της Τσαμουριάς, οι διαταγές κατεδάφισης οικιών ομογενών στη Χειμάρρα και τελευταία οι δηλώσεις του Έντι Ράμα ότι η Ακρόπολη διασώθηκε από τον «Αλβανό Αρχιεπίσκοπο των Αθηνών», με τις οποίες είναι βέβαιον ότι ο Ράμα προσπαθεί να προκαλέσει ένταση.

Ο Ράμα, μετά τις αντιδράσεις της ελληνικής πλευράς για την κατεδάφιση των κατοικιών ομογενών στη Χειμάρρα, ανάρτησε στο Facebook τα παρακάτω ανακριβή:

«Αυτή η γκραβούρα της παλιάς Αθήνας το 1670 (η πόλη στην οποία, όπως έγραφε ακόμα και 1925 ο Έλληνας φαναριώτης πρίγκιπας Ευγένιος Ρίζος- Ραγκαβής, ο γηγενής πληθυσμός είναι ακόμη και σήμερα κυρίως αλβανικός) μας υπενθυμίζει, μεταξύ άλλων, πως αν η Ακρόπολη στέκεται ακόμα για τη δόξα της ανθρωπότητας και του πολιτισμού, αυτό οφείλεται και στο όραμα του Αλβανού αρχιεπισκόπου της Αθήνας, Γεωργίου Δούσμανη (Gjergj Dushmani) o οποίος το 1686, διαπραγματεύεται με τον Φραγκίσκο Μοροζίνι του βενετικού στόλου για να μην βομβαρδίσουν την πόλη από το λιμάνι του Φαλήρου, επειδή εκεί υπήρχε μια τουρκική φρουρά.

»Μια τέτοια ιστορία μιας πόλης που κάποτε ήταν σύμφωνα με τα αυθεντικά στοιχεία και τους ιστορικούς, κυρίως αλβανόφωνοι, δεν την κάνει απολύτως μια αλβανική πόλη, αν και η Αθήνα οφείλει κάτι στους Αλβανούς στην εξαιρετική της ιστορία. Και ακριβώς έτσι, αν η Χειμάρρα βίωσε το ελληνικό αρχιπέλαγος και με την ελληνική γλώσσα ως "κοινή διάλεκτο" της Ανατολής, μέσω των θαλάσσιων ανταλλαγών, σε στενή και γόνιμη συνύπαρξη, δεν την καθιστά απολύτως μια ελληνική επαρχία, μάλιστα ο πληθυσμός της σε όλες τις διεθνείς συμβάσεις, για να μην μιλήσουμε για την ιστορία, χαρακτηρίζεται απλά ως Αλβανικός».

Ο Δούσμανης ήταν προύχοντας και όχι αρχιεπίσκοπος. Και η φράση του ότι ο πληθυσμός της Αθήνας ήταν αλβανικός αποτελεί επικίνδυνη γενίκευση. Επίσης, στις 2 Σεπτεμβρίου του 1687 μια οβίδα από κανόνι του Μοροζίνι επέφερε σημαντικές βλάβες στον Παρθενώνα.

Δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει «αρχιεπίσκοπος» στην Αθήνα επί τουρκοκρατίας. Υπήρχε μόνο μητροπολίτης και εκείνος ήταν ο Ιάκωβος Α’ (1676-1686). Ο Δουσμάνης αναφέρεται στην «Ιστορία των Αθηναίων» του Δ. Καμπούρογλου. Ήταν ένας προύχοντας της Αθήνας με τόπο διαμονής την Γαστούνη Ηλείας. Κατά την εκστρατεία των Βενετών στον Ισθμό της Κορίνθου ο Γεώργιος Δουσμάνης μαζί με έναν αριθμό οπλιτών έσπευσε να τους βοηθήσει και μάλιστα αναφέρεται ότι επέδειξε ιδιαίτερο θάρρος και ανδρεία, ενώ στη συνέχεια συμμετείχε σε διάφορες εκστρατείες κατά των Τούρκων.

Για αντάλλαγμα ο Μοροζίνι τον Οκτώβριο του 1693 του απένειμε τον τίτλο του Ιππότη και το 1695 του έδωσε μεγάλες εκτάσεις στην Γαστούνη.

Όσον αφορά στην καταγωγή του Γεωργίου Δουσμάνη, σύμφωνα με την Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα πρόκειται για Κερκυραϊκή οικογένεια με καταγωγή από την Ήπειρο και καταβολές από βυζαντινούς και σέρβικους πριγκοπικούς οίκους. Το όνομά κατά πάσα πιθανότητα προήλθε από την λέξη «ντουσμάν», που στα τούρκικα σημαίνει «εχθρός», αφού ο πρώτος αρχηγός της οικογένειας έκανε συνέχεια επιδρομές κατά των Τούρκων.

ΟΙ ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ ΚΑΙ Ο ΑΛΒΑΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ

Ο Θεόδωρος Κ. Τρουπής στο βιβλίο του «Σκαλίζοντας τις ρίζες μας», γράφει:

«Οι Αρβανίτες κατάγονται από πληθυσμούς οι οποίοι μετακινήθηκαν κυρίως στη νότια και κεντρική Ελλάδα από την σημερινή Βόρεια Ήπειρο κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, ιδίως μεταξύ του 13ου και 16ου αιώνα λόγω διάφορων κοινωνικοπολιτικών συνθηκών της εποχής. Η κάθοδος των αρβανίτικων φύλων στον ελλαδικό χώρο ξεκινά στα τέλη του 13ου αιώνα και σταματάει περίπου το 1600, έχοντας ως αρχική κοιτίδα την περιοχή "Άρβανον" στο Δεσποτάτο της Ηπείρου, στην κεντρική περιοχή της σημερινής Αλβανίας και ως τόπο αρχικής εγκατάστασης την Θεσσαλία γύρω στο 1325.

»Έχοντας εγκατασταθεί στην κοιλάδα του Σπερχειού από το 1380-81, οι Αρβανίτες πήραν άδεια από τον Πέτρο Δ΄ της Αραγωνίας να εγκατασταθούν στο Δουκάτο των Αθηνών το 1382, για την ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας του δουκάτου απέναντι στις ξένες επιδρομές. Οι βυζαντινές πηγές αναφέρουν την εμφάνιση 10.000 Αρβανιτών στον Ισθμό της Κορίνθου το 1404-05, των οποίων την εγκατάσταση στο Δεσποτάτο του Μυστρά επέτρεψε ο δεσπότης Θεόδωρος Παλαιολόγος, παρά την καχυποψία των συμβούλων του.

»Οι Αρβανίτες ήταν αρχικά νομαδικό φύλο με έντονο πολεμικό χαρακτήρα, οι οποίοι μετακινούνταν συνεχώς βασιζόμενοι για την επιβίωσή τους στην υποτυπώδη κτηνοτροφία τους. Η εξάρτησή τους από γεωργικά προϊόντα προκαλούσε τη λεηλασία της καλλιεργημένης γης γύρω από τις πόλεις, τις οποίες στερούσαν από τα παραγωγικά τους αγαθά. Η γενικότερη έλλειψη όμως αγροτικών προϊόντων τους ανάγκασε να μετατραπούν σε ημινομάδες και μετακινούμενους κτηνοτρόφους και σταδιακά να ασχοληθούν με τη γεωργία, αποκτώντας έτσι μόνιμη εγκατάσταση.

»Οι λόγοι που οδήγησαν τους Αρβανίτες στην μετανάστευση ήταν κοινωνικο-πολιτικοί. Όταν δημιουργήθηκε το Δεσποτάτο της Ηπείρου στις αρχές του 13ου αιώνα, οι Αλβανοί μισθοφόροι στρατιώτες πολεμούσαν με το μέρος της Ηπείρου εναντίον των Σλάβων και των Βενετών.

Ο Θ. Πίτσιος στο έργο του «Ανθρωπολογική Μελέτη του Πληθυσμού της Πελοποννήσου. Η Καταγωγή των Πελοποννήσιων» αναφέρει:

»Οι αρβανίτικες φατρίες ήταν και έμειναν πιστές στην Ελληνική Ορθοδοξία, ένα μέρος τους όμως ασπάστηκαν το Ισλάμ. Οι Αρβανίτες υπηρετούσαν στο Βυζαντινό στρατό και η Δυναστεία των Παλαιολόγων τους χρησιμοποίησε συχνά σε πολλές στρατιωτικές εκστρατείες. Σε μια περίπτωση, 6.000 Αρβανίτες από την Γλαρέντζα εστάλησαν στο πεδίο μάχης. Στα μέσα του 1454, ένας ηγέτης που ονομαζόταν Πέτρος Μπούας είχε περίπου 30.000 Αρβανίτες υπό την εντολή του. Από το σύνολο των μεταναστών, όσοι έφτασαν στην Πελοπόννησο και είχαν εγκατασταθεί σε δυσπρόσιτες ορεινές ζώνες, σχημάτιζαν συμπαγείς ομάδες. Καθώς συχνά δεν είχαν ενδοιασμό να τεθούν υπό τις διαταγές ενός ελληνόφωνου άρχοντα, που ήταν απευθείας απόγονος της παλαιάς αυτοκρατορικής δυναστείας, μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες αποτέλεσαν βασική εστία αντίστασης στους Οθωμανούς. Με την υιοθέτηση κοινής στάσης, οι ελληνο-αρβανίτικες ενώσεις, διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στον ελληνικό απελευθερωτικό αγώνα του 1821. Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, πολλοί Αρβανίτες συμμετείχαν στο Μακεδονικό Αγώνα (1903), όπως ο Βαγγέλης Κοροπούλης από τη Μάνδρα Αττικής.

»Οι Αρβανίτες είναι στην πλειονότητα τους Χριστιανοί Ορθόδοξοι το θρήσκευμα και στο μεγαλύτερο μέρος τους ήταν δίγλωσσοι. Η γλώσσα τους, τα Αρβανίτικα, έχει κοινή προέλευση με την επίσημη Αλβανική και έχει επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από την Ελληνική γλώσσα με την οποία έχει έρθει σε επαφή, από τα Λατινικά και από τα Σλαβικά. Η γλώσσα πλέον βρίσκεται σε παρακμή, εν μέρει εξαιτίας της μετακίνησης των Αρβανιτών από τα χωριά τους στις ελληνόφωνες πόλεις και εν μέρει λόγω της πλήρους πολιτιστικής ενσωμάτωσης των Αρβανιτών από το ελληνικό περιβάλλον.

»Η ανάμειξη των Αρβανιτών με τους πολυπληθέστερους ελληνόφωνους γηγενείς του ελλαδικού χώρου, είχε ως αποτέλεσμα με το πέρασμα των αιώνων, μεγάλο μέρος τους να αφομοιωθεί πλήρως γενετικά και πολιτισμικά, αφήνοντας απογόνους με κάποια μακρινή αρβανίτικη καταγωγή».

Οι Αρβανίτες, μετά την ανάπτυξη του αλβανικού εθνικισμού αλλά και λόγω της συμπόρευσής τους με το ελληνικό στοιχείο, απορρίπτουν οιαδήποτε συσχέτιση με τους Αλβανούς. Στη δεκαετία του 1990 ο Αλβανός Πρόεδρος Σαλί Μπερίσα περιέγραψε τους Αρβανίτες ως μια αλβανική μειονότητα στην Ελλάδα, προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση των Αρβανιτών.

Το κοινό θρησκευτικό δόγμα, η κοινή καταγωγή, ιδίως σε ό,τι αφορά τους Ηπειρώτες, η κοινή παιδεία, καθώς και η όσμωση αιώνων με το ελληνικό στοιχείο κατέστησε τους Αρβανίτες, Έλληνες. Φυσικό επακόλουθο λοιπόν ήταν η ταύτιση με τους αγώνες του ελληνικού έθνους. Η ελληνικότητα τους, όπως αυτή ορίζεται από την απελευθέρωση της Ελλάδος και μετά, έχει αμφισβητηθεί μονάχα από Έλληνες ακροδεξιούς και από πολιτικούς της Αλβανίας.

Κατά τη διάρκεια άλλωστε των εθνοαπελευθερωτικών αγώνων, οι Αρβανίτες ήρθαν αντιμέτωποι με μουσουλμάνους Αλβανούς, τους λεγόμενους «Τουρκαλβανούς».

Κάπως έτσι ο Σπύρος Στούπης στο βιβλίο του «Ηπειρώτες και Αλβανοί. Η προσφορά της Ηπείρου προς το έθνος», παρατηρεί:

«Εάν οι χιλιάδες των λεγομένων Αλβανών πού εγκατεστάθησαν κατά καιρούς στην Ελλάδα ήταν αλβανικής εθνικής συνειδήσεως και αλβανόφωνοι, τότε, θα είχαμε ακόμα και σήμερα μιά πολύ μεγάλη αλβανική μειονότητα, όπως συμβαίνει με εκείνη του Κοσσυφοπεδίου τής Γιουγκοσλαβίας».

Η αναφορά Ράμα αποσκοπεί στο να αφήσει υπόνοιες για ύπαρξη μειονότητας, πράγμα το οποίο δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ούτε κοινωνικά ούτε εθνοτικά. 

Στις τελευταίες εξελίξεις, οι Αλβανοί, θέλοντας να κλιμακώσουν, κάλεσαν την Ελληνίδα πρέσβειρα στα Τίρανα για εξηγήσεις σχετικά με την ανακοίνωση του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών ότι η συμπεριφορά των τοπικών αρχών στη Χειμάρρα παρακολουθείται και αξιολογείται ενώ παράλληλα ενημερώνονται όλοι οι αρμόδιοι διεθνείς οργανισμοί. 

Η Αθήνα αντέδρασε εκ νέου καταγγέλλοντας οργανωμένο σχέδιο των Τιράνων για την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας. Την ίδια στιγμή το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών χαρακτήρισε ανιστόρητες τις απόψεις του Έντι Ράμα τονίζοντας κατά λέξη ότι «η αλβανική ηγεσία συγχέει την εσφαλμένη αντίληψη που έχει για την ιστορία με τις δεσμεύσεις της Αλβανίας, που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο και το κοινοτικό κεκτημένο, για την προστασία της ελληνικής εθνικής μειονότητας που είναι γηγενής με κατοχυρωμένα δικαιώματα».

Ενώ αναμένεται η επόμενη κίνηση της αλβανικής πλευράς, στο υπουργείο Εξωτερικών κάνουν κινήσεις προκειμένου να αποτρέψουν την προγραμματισμένη κατεδάφιση των 19 σπιτιών που ανήκουν σε Έλληνες της Χειμάρρας. Είναι προφανές ότι αν τα Τίρανα κλιμακώσουν και προχωρήσουν στην απόφασή τους, η Αθήνα δεν έχει άλλη επιλογή παρά να μπλοκάρει την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων Αλβανίας - ΕΕ αφού η ίδια η πολιτική της κυβέρνησης Ράμα ναρκοθετεί την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας του

Ειδήσεις: 

10 Σχόλια

Σωστές και επιβεβλημένες οι αντδράσεις και ενέργειες του ΥΠΕΞ, δεν πρέπει όμως να ζητηθεί και μία επίσημη δήλωση από αρμόδιο όργανο της Ε.Ε.;

Η ελληνική προπαγάνδα επικεντρώνεται κυρίως στο ότι: • Οι Αρβανίτες δεν έχουν κοινή καταγωγή με τους Αλβανούς, • τα αρβανίτικα είναι μία ελληνική διάλεκτος και δέν σχετίζονται με τα αλβανικά, • υπήρχε παντοτινή διγλωσσία του αρβανίτικου πληθυσμού. • 'Αρβανίτες' ονομάζονταν οι μισθοφόροι πολεμιστές στα μεσαιωνικά ευρωπαϊκά βασίλεια και δεν ήταν κάποια εθνική/φυλετική ομάδα. Ας δούμε κάποιες αλήθειες.

Οι Αρβανίτες στην καταγωγή τους ήταν Αλβανοί που ήρθαν σε επιμιξία με τους Έλληνες που συνάντησαν στις περιοχές όπου μετανάστευσαν και εγκαταστάθηκαν, και εξελληνίστηκαν. Πολιτισμικά, κοινωνικά και εθνικά αφομοιώθηκαν πλήρως, είτε αυτό αρέσει σε μερικούς είτε ΌΧΙ, και σταδιακά απέκτησαν ελληνική εθνική συνείδηση. Υπάρχουν αυτοκρατορικά διατάγματα, αναφορές και ιστορικά κείμενα, ακόμα και παλιά σχολικά βιβλία στα οποια οι Αρβανίτες χαρακτηρίζονται "Αλβανοί". Οι μεσαιωνικές ελληνικές - και όχι μόνο - πηγές περιγράφουν τους πληθυσμούς αυτούς ως Αλβανούς και Αρβανίτες.

Η πρώτη γνωστή κάθοδος των Αλβανών άρχισε το 1354 μ.Χ. Ο Ιωάννης Καντακουζηνός γράφει ότι μετά από κάποια φυσική καταστροφή (ξηρασία) που συνέβη στις αλβανικές περιοχές, κατέβηκαν προς τα κάτω (προς τις νοτιότερες περιοχές, τα αβασίλευτα γένη των Αλβανών με τις οικογένειες τους: «Διατριβόντα δε εν Θετταλία βασιλέα, οι τα ορεινά της Θεσσαλίας Αλβανοί αβασίλευτοι Μαλακάσιοι, Μπούιοι και Μεσαρίται από των φυλάρχων προσαγορενόμενοι, περί δισχιλίους και μυρίους όντες, προσεκύνησαν ελθόντες και υπέσχοντο δουλεύσειν...»

Ο Άγγελος Έμμος, Βενετός κυβερνήτης της Πελοποννήσου κατά τα έτη 1703-1706, χαρακτηρίζει τους Αρβανίτες: «γένος άθλιον, περιορισθέν μετά των οικογενειών αυτών εις τα κρησφύγετα των όρεων, εν πενιχραίς καλύβαις, αποζών εκ των προιόντων των ποιμνίων, ων αυτοί σχεδόν αποκλειστικώς εισίν οι επιμεληταί.»

Ο Φραγκίσκος Γριμάνης (1706-1709) λέει προς τη Γερουσία του: «Η Πελοπόννησος κατοικείται υπό Ελλήνων και Αλβανών, τούτων οι Έλληνες, πολυπληθέστεροι, οικούσι τας πόλεις και καταγίνονται εις το εμπόριον και τη ναυτιλίαν, οι δε Αλβανοί οίτινες τοσούτον έχουσι συγχωνευθή μετά των Ελλήνων, ώστε δεν θεωρούνται αποτελούντες ίδιαν φυλήν αλλ’απλώς διάφοροι τάξιν, είσιν ολιγώτερον εύποροι και πεπολιτισμένοι, διάγοντες βίον πλάνητα και νομαδικόν και διαιτώμενοι το μεν θέρος εις τα όρη της Αρκαδίας, τον δε χειμώνα εις την Ηλίδα & την Αργολίδα & τα παράλια του Φαναρίου (Ερμιονίδα,Τροιζήνα & Επιδαυρίαν).»

Ο Παπαρρήγοπουλος, λέει για τους Σουλιώτες: «Ήταν κράμα Ελλήνων & εξελληνισθέντων Αλβανών και εις των επιφανεστέρων γόνων του συνοικεσίου των δυο φυλών του από της 14ης εκατονταετηρίδος αρξαμένου μέχρι της σήμερον. Η Αλβανική εκράτυνε το μάχιμον της ελληνικής πνεύμα, η δε Ελληνική ενεφύσησεν εις την Αλβανικήν, τα ευγενέστερα αισθήματα της φιλομαθείας και της ευνομίας. Τα δύο κάλλιστα προϊόντα του συνδυασμού τούτου υπήρξαν οι Σουλιώται επί της Στερεάς, οι Υδραίοι & οι Σπετσιώται κατά θάλασσαν.» (Κ.Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, εκδ. Σεφερλής, Αθήναι 1955, Τόμ. Ε΄, σελ. 441)

Ο αυτοκράτορας Μανουήλ Παλαιολόγος, στον επιτάφιο προς τον αυτάδελφό του Θεόδωρο Παλαιολόγο, μας δίνει αξιοπρόσεκτες πληροφορίες για την μετοίκηση χιλιάδων Αλβανών στην Πελοπόννησο, τους οποίους αποκαλεί ‘Ιλλυριούς’, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους και τα ζώα τους όπως χαρακτηρηστικά λέει: «Αλλά και Ιλλυριοί, περίπου μία μυριάδα, αθρόοι μετοίκησαν με τα παιδιά και τις γυναίκες και τα ζώα τους…» (Λάμπρου: «Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά», τ. Β, σ. 41–42)

Στον σατυρικό διάλογο ‘Ταξίδι στον Άδη’ (Επιδημία Μάζαρι εν Άδου) του βυζαντινού Μάξιμου Μάζαρι, ο συγγραφέας περιγράφει τις επτά γλωσσικές–πολιτισμικές κοινότητες που κατοικούν από κοινού (οικεί αναμίξ γένη) το 1415 στην Πελοπόννησο: Λακεδαίμονες (Μανιάτες), Ιταλοί, Πελοποννήσιοι (Μοραΐτες), Σθλαβίνοι, (Σλάβοι) Ιλλυριοί (Αρβανίτες), Αιγύπτιοι (Τσιγγάνοι) και Ιουδαίοι (Εβραίοι). (D. Α. Zakythinos, Le Despotat grec de Morée, II Athènes 1953, σελ. 1.)

Ο Φραντζής γράφει: «Τω αυτώ δε φθινοπώρω του s&ηβ έτους (6962 ήτοι 1454 μ.Χ.) δηλονότι επανεστάτησαν οι της Πελοποννήσου Αλβανίται κατά των Δεσποτών και των Αυθεντών αυτών». Ο Κριτόβουλος γράφει: «Οι γαρ της Πελοποννήσου Δεσπόται, της Βυζαντίδος αλούσης, ευθύς νεωτερισάντων των εν Πελοποννήσω Ιλλυριών και επαναστάντων αυτοίς…» (Κριτοβούλου, Ιστορία των πράξεων του Μωάμεθ, Β’-Γ’, 1)

Προσθήκη νέου σχολίου

Το ArcadiaPortal.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά, συκοφαντικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.